I am Satan, I am Jesus Christ, I am Me : A poet, a lover, a loser. 'Cause there are no winners in this fucked up reality.
August 2, 2017
Με κατατρώει η ανηδονία κάτι μέρες σερί.
Σιχαίνομαι.
Θέλω να βγάλω το δέρμα μου.
Κοιμάμαι πολύ για να μη νιώθω ψυχικά ανάπηρη, βασικά ούτε καν, έχω αυτοκτονήσει ψυχικά -αυτό δε συμβαίνει όταν χάνεις το πάθος σου?
Κοιμάμαι πολύ λοιπόν, και νιώθω ότι σταματάω σταδιακά να μιλάω -κάτι που διορθώνουν οι ουσίες, ξεκάθαρα, αλλά δεν υπάρχει κουράγιο ούτε να τις ψάξω ούτε καν να τις καταναλώσω σε αξιοπρεπή βαθμό.
Δε βγαίνω έξω όταν είμαι έτσι. Τα χαμόγελα, τα γέλια των ανθρώπων με ενοχλούν, ακόμη και όταν βρίσκομαι με κοντινά μου άτομα, όταν μου μιλάνε με ενθουσιασμό για τη μέρα τους, για τη δουλειά τους, νιώθω να τα απεχθάνομαι, με βουτάνε πιο βαθιά στην κατάθλιψη. Η ζήλια μου ξεσκίζει τη κουρελιασμένη μου ψυχή, τους φθονώ μέχρι αηδίας .
Αλλά το βάσανο δε σταματάει εκεί, και μέσα στο σπίτι ακόμη, θα ακούγονται μουσικές και εύθυμες φωνές απ' τον έξω κόσμο, που τις νιώθω σαν καυτό χαστούκι πάνω στο μάγουλό μου -νιώθω να με υβρίζουν, να με χλευάζουν με την καλοπέρασή τους.
Τέτοιες μέρες θέλω να παρατήσω τη δουλεια μου. Θέλω να χαρίσω την κάμερά μου, μοιάζει αξιοθρήνητη στα χέρια μου. Θέλω να δώσω τη γάτα σε κάποιον που θα τη φροντίζει καλύτερα απο εμένα. Θέλω να πετάξω τα βιβλία μου, τα ρούχα , τα μπλοκ , τα χάπια, τα πάντα όλα στο πατωμα, να τα ποδοπατήσω, να τα φτύσω, να τα κάψω, κανένα τους δε λειτουργεί, δε με ευχαριστεί, δε προσφέρουν ούτε καν μια λειψή ικανοποίηση.
Θέλω να μείνω χωρίς τίποτα, άδεια και απο υλικά αγαθά, εδώ, στο σπίτι, με την υπόλοιπη δυστυχισμένη μου οικογένεια -τουλάχιστον μ αυτούς μπορώ να ταυτιστώ.
Μα πιο πολύ απ' όλα θέλω να στείλω τους λιγοστούς μου φίλους, τα κοντινά μου άτομα, στο διάολο. Να μη τους χαλάω τα απογεύματα ακυρώνοντας εξόδους. Τα βράδια τους κλαίγοντας στα πατώματα. Να μην τους ρουφάω την ενέργεια με την αέναη μιζέρια μου. Να μην τους πληγώνω αγαπώντας τους άσχημα -καθώς μισώ τον εαυτό μου πιο πολύ απ' όσο θα μπορούσα ποτέ να αγαπήσω κάποιον.
Σιχαίνομαι.
Θέλω να βγάλω το δέρμα μου.
Κοιμάμαι πολύ για να μη νιώθω ψυχικά ανάπηρη, βασικά ούτε καν, έχω αυτοκτονήσει ψυχικά -αυτό δε συμβαίνει όταν χάνεις το πάθος σου?
Κοιμάμαι πολύ λοιπόν, και νιώθω ότι σταματάω σταδιακά να μιλάω -κάτι που διορθώνουν οι ουσίες, ξεκάθαρα, αλλά δεν υπάρχει κουράγιο ούτε να τις ψάξω ούτε καν να τις καταναλώσω σε αξιοπρεπή βαθμό.
Δε βγαίνω έξω όταν είμαι έτσι. Τα χαμόγελα, τα γέλια των ανθρώπων με ενοχλούν, ακόμη και όταν βρίσκομαι με κοντινά μου άτομα, όταν μου μιλάνε με ενθουσιασμό για τη μέρα τους, για τη δουλειά τους, νιώθω να τα απεχθάνομαι, με βουτάνε πιο βαθιά στην κατάθλιψη. Η ζήλια μου ξεσκίζει τη κουρελιασμένη μου ψυχή, τους φθονώ μέχρι αηδίας .
Αλλά το βάσανο δε σταματάει εκεί, και μέσα στο σπίτι ακόμη, θα ακούγονται μουσικές και εύθυμες φωνές απ' τον έξω κόσμο, που τις νιώθω σαν καυτό χαστούκι πάνω στο μάγουλό μου -νιώθω να με υβρίζουν, να με χλευάζουν με την καλοπέρασή τους.
Τέτοιες μέρες θέλω να παρατήσω τη δουλεια μου. Θέλω να χαρίσω την κάμερά μου, μοιάζει αξιοθρήνητη στα χέρια μου. Θέλω να δώσω τη γάτα σε κάποιον που θα τη φροντίζει καλύτερα απο εμένα. Θέλω να πετάξω τα βιβλία μου, τα ρούχα , τα μπλοκ , τα χάπια, τα πάντα όλα στο πατωμα, να τα ποδοπατήσω, να τα φτύσω, να τα κάψω, κανένα τους δε λειτουργεί, δε με ευχαριστεί, δε προσφέρουν ούτε καν μια λειψή ικανοποίηση.
Θέλω να μείνω χωρίς τίποτα, άδεια και απο υλικά αγαθά, εδώ, στο σπίτι, με την υπόλοιπη δυστυχισμένη μου οικογένεια -τουλάχιστον μ αυτούς μπορώ να ταυτιστώ.
Μα πιο πολύ απ' όλα θέλω να στείλω τους λιγοστούς μου φίλους, τα κοντινά μου άτομα, στο διάολο. Να μη τους χαλάω τα απογεύματα ακυρώνοντας εξόδους. Τα βράδια τους κλαίγοντας στα πατώματα. Να μην τους ρουφάω την ενέργεια με την αέναη μιζέρια μου. Να μην τους πληγώνω αγαπώντας τους άσχημα -καθώς μισώ τον εαυτό μου πιο πολύ απ' όσο θα μπορούσα ποτέ να αγαπήσω κάποιον.
December 2, 2016
Ποτέ δεν ήθελα να ενταχθώ στον κόσμο των μεγάλων, ποτέ. Ήδη από παιδάκι ήξερα ότι η ενηλικίωση για μένα συνεπάγεται γηρατειά και δυστυχία. Ίσως γι αυτό φοβόμουν να μεγαλώσω -ίσως γι αυτό όλοι φοβούνταν να μεγαλώσουν.
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος των μεγάλων είναι βουτηγμένος στο φόβο, και γύρω στα δεκαεννιά σου, είναι που χάνεις τη γλυκιά άγνοια κινδύνου. Και όσο περνάνε τα χρόνια η τρέλα μέσα στο κεφάλι σου ξεχύνεται και παραέξω. Και οι δικές μου φοβίες πληθαίνουν. Περπατάω στο δρόμο και φαντασιώνομαι να με χτυπάει αυτοκίνητο και να με παρασέρνει, εγκλωβισμένη στους τέσσερις τροχούς του ή να σκοντάφτω και πέφτοντας να σπάει ο λαιμός μου στη μέση, στην άκρη του πεζοδρομίου. Ακούω αεροπλάνα να πετούν και ασυναίσθητα προσπαθώ να κρυφτώ κάτω από κάποιο υπόστεγο (λες και αυτό θα μπορούσε να με σώσει) τρέμοντας ότι θα πέσει πάνω μου ή ότι θα ρίξουν βόμβες. Πέφτω στο κρεβάτι και τρέμω ότι το ταβάνι θα καταρρεύσει -ώρες ώρες δυσκολεύομαι μέχρι και να καθαρίσω, κάνοντας εικόνες στο κεφάλι μου τη χλωρίνη να πέφτει πάνω στα γυμνά μου χέρια και να παθαίνω χημικό έγκαυμα. Και η χειρότερη φοβία απ' όλες? Η σιγουριά ότι το σώμα μου θα εγκαταλείψει. Ότι θα αρρωστήσω και απλά το ανοσοποιητικό μου σύστημα θα στέκεται μετέωρο, έχοντας παραδώσει τα όπλα -ένας τρόπος για να με εκδικηθεί το σώμα μου για τον τρόπο που του φέρομαι και για το πόσο το μισώ.
Βέβαια κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι δε φοβάσαι μόνος σου. Ότι μπερδεμένοι, φοβισμένοι και ψυχικά ανάπηροι είναι πάνω κάτω όλοι, όχι μόνο εσύ. Και νιώθεις μια γλυκιά παρηγοριά. Στην αρχή.
Μετά πανικοβάλλεσαι. Αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι ακόμη πιο μόνος. Αν όλοι ειναι ελλατωματικοί τότε ποιος θα σε σώσει, ποιος θα απλώσει το χέρι του να σε αρπάξει να μην πέσεις, ποιος θα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο?
Κανείς.
Πάνω σου πέφτει η ευθύνη αλλά είσαι ένας γαμημένος τεμπέλης (τύπικαλ μι).
Ωστόσο επειδή είμαι αισιόδοξα απαισιόδοξη και έχω, όλως παραδόξως, κρατήσει την παιδική μου αφέλεια, λέω ότι δεν πειράζει και ότι όλα θα πάνε καλά.
Είναι αυτή η ελπίδα και το σκίρτημα στην καρδιά κάθε φορά που κάνεις χειραψία μ' έναν καινούριο άνθρωπο.
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος των μεγάλων είναι βουτηγμένος στο φόβο, και γύρω στα δεκαεννιά σου, είναι που χάνεις τη γλυκιά άγνοια κινδύνου. Και όσο περνάνε τα χρόνια η τρέλα μέσα στο κεφάλι σου ξεχύνεται και παραέξω. Και οι δικές μου φοβίες πληθαίνουν. Περπατάω στο δρόμο και φαντασιώνομαι να με χτυπάει αυτοκίνητο και να με παρασέρνει, εγκλωβισμένη στους τέσσερις τροχούς του ή να σκοντάφτω και πέφτοντας να σπάει ο λαιμός μου στη μέση, στην άκρη του πεζοδρομίου. Ακούω αεροπλάνα να πετούν και ασυναίσθητα προσπαθώ να κρυφτώ κάτω από κάποιο υπόστεγο (λες και αυτό θα μπορούσε να με σώσει) τρέμοντας ότι θα πέσει πάνω μου ή ότι θα ρίξουν βόμβες. Πέφτω στο κρεβάτι και τρέμω ότι το ταβάνι θα καταρρεύσει -ώρες ώρες δυσκολεύομαι μέχρι και να καθαρίσω, κάνοντας εικόνες στο κεφάλι μου τη χλωρίνη να πέφτει πάνω στα γυμνά μου χέρια και να παθαίνω χημικό έγκαυμα. Και η χειρότερη φοβία απ' όλες? Η σιγουριά ότι το σώμα μου θα εγκαταλείψει. Ότι θα αρρωστήσω και απλά το ανοσοποιητικό μου σύστημα θα στέκεται μετέωρο, έχοντας παραδώσει τα όπλα -ένας τρόπος για να με εκδικηθεί το σώμα μου για τον τρόπο που του φέρομαι και για το πόσο το μισώ.
Βέβαια κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι δε φοβάσαι μόνος σου. Ότι μπερδεμένοι, φοβισμένοι και ψυχικά ανάπηροι είναι πάνω κάτω όλοι, όχι μόνο εσύ. Και νιώθεις μια γλυκιά παρηγοριά. Στην αρχή.
Μετά πανικοβάλλεσαι. Αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι ακόμη πιο μόνος. Αν όλοι ειναι ελλατωματικοί τότε ποιος θα σε σώσει, ποιος θα απλώσει το χέρι του να σε αρπάξει να μην πέσεις, ποιος θα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο?
Κανείς.
Πάνω σου πέφτει η ευθύνη αλλά είσαι ένας γαμημένος τεμπέλης (τύπικαλ μι).
Ωστόσο επειδή είμαι αισιόδοξα απαισιόδοξη και έχω, όλως παραδόξως, κρατήσει την παιδική μου αφέλεια, λέω ότι δεν πειράζει και ότι όλα θα πάνε καλά.
Είναι αυτή η ελπίδα και το σκίρτημα στην καρδιά κάθε φορά που κάνεις χειραψία μ' έναν καινούριο άνθρωπο.
July 5, 2016
Η Δράκαινα
Πώς καμιά φορά τα φέρνει έτσι η τύχη και κάποια στιγμή της ζωής σου αποκτάς ένα κουσούρι?
Ένα σκάρτο πόδι που σε ταλαιπωρεί και δεν μπορείς να τρέξεις ή μια μικρή καμπούρα στην πλάτη ίσως, που σ' εμποδίζει να σταθείς στο ύψος σου.
Ε, εγώ στα 12 απέκτησα μια Δράκαινα.
Ένα μαυριδερό, γκροτέσκο πλάσμα, με αμυγδαλωτά, σμαραγδένια μάτια και αγκαθωτή ράχη που κατοικεί στην σπονδυλική μου στήλη.
Τον περισσότερο καιρό τον περνάει κουρνιάζοντας μισοκοιμισμένη στο κύρτωμα της μέσης μου, με την ουρά της ασφυκτικά τυλιγμένη, χαμηλά, γύρω απ' τον κόκκυγα -μια άκρως ενοχλητική παρουσία που μ' αφήνει συνήθως κουρασμένη και αδιάθετη.
Αυτές είναι οι καλές μέρες.
Τις κακές μέρες, η Δράκαινα ξυπνάει.
Ξετυλίγει τον σφιχτό κλοιό της σκληροτράχηλης ουράς της, τεντώνεται, και μπήγοντας τα κοφτερά της νύχια, ξεκινάει να σκαρφαλώνει έναν έναν τους σπονδύλους μου.
Όταν πια φτάσει στη βάση του κρανίου μου, κουλουριάζεται εκεί, και ανοίγει διάπλατα το φιδίσιο της στόμα.
Και τότε την ακούω.
Ακούω την απαίσια, συριχτή φωνή της και τη φαρμακερή της γλώσσα -εκεί- πίσω απ' το αφτί μου, να βουτάνε στον οχετό των σκέψεών μου.
Να χορεύουνε αντάμα, ν' αγκαλιάζονται, να τυλίγονται, να μπερδεύονται, να γίνονται ένα μεταξύ τους -μέχρι που μου είναι πια αδύνατο να ξεχωρίσω τις δικές μου σκέψεις απ' τα αισχρά, αποκαρδιωτικά της λόγια που μ' αρρωσταίνουν.
Όταν πια με έχει κάνει κουρέλι, ηρεμεί.
Γλιστράει στη τσουλήθρα της παιδικής χαράς της που κατήντησε το σώμα μου, και παίρνει πάλι την αρχική της θέση.
~
Όταν με ρώτησε γιατί έχω την ανάγκη να δώσω μια μορφή στην κατάθλιψη, της απάντησα ότι εάν δεν το κάνω, θα με καταβροχθίσει.
Αν δεν της δώσω υπόσταση, κάτι χειροπιαστό, με σάρκα και οστά, κάτι που μπορείς να πληγώσεις -να σκοτώσεις- τότε το θάρρος μου θα φτερουγίσει, τα πόδια μου θα τρέμουν απ' το φόβο και τα γόνατά μου θα πέσουν βαριά στο έδαφος.
Αλλά όσο κι αν με διαβεβαιώνει ότι περνάει, εγώ πιστεύω ότι απλά φεύγει.
Έρχεται και φεύγει. Ξανά και ξανά. Δεν εξαφανίζεται, δεν σ' εγκαταλείπει.
Είναι εκεί όταν κοιμάσαι. Και είναι εκεί όταν ξυπνάς.
Είναι εκεί όταν γελάς με τους φίλους σου και όταν γυρνάς το απόβραδο στο σπίτι.
Και όταν πια επαναπαύεσαι νομίζοντας ότι είναι νεκρή, είναι εκεί και ξυπνάει.
Κι αρχίζει να σκαρφαλώνει.
Και μέχρι ο θάνατος να χωρίσει την ψυχή απ' το σώμα, η Δράκαινα θα χωρίζει τα πάντα απ' την ψυχή.
Ένα σκάρτο πόδι που σε ταλαιπωρεί και δεν μπορείς να τρέξεις ή μια μικρή καμπούρα στην πλάτη ίσως, που σ' εμποδίζει να σταθείς στο ύψος σου.
Ε, εγώ στα 12 απέκτησα μια Δράκαινα.
Ένα μαυριδερό, γκροτέσκο πλάσμα, με αμυγδαλωτά, σμαραγδένια μάτια και αγκαθωτή ράχη που κατοικεί στην σπονδυλική μου στήλη.
Τον περισσότερο καιρό τον περνάει κουρνιάζοντας μισοκοιμισμένη στο κύρτωμα της μέσης μου, με την ουρά της ασφυκτικά τυλιγμένη, χαμηλά, γύρω απ' τον κόκκυγα -μια άκρως ενοχλητική παρουσία που μ' αφήνει συνήθως κουρασμένη και αδιάθετη.
Αυτές είναι οι καλές μέρες.
Τις κακές μέρες, η Δράκαινα ξυπνάει.
Ξετυλίγει τον σφιχτό κλοιό της σκληροτράχηλης ουράς της, τεντώνεται, και μπήγοντας τα κοφτερά της νύχια, ξεκινάει να σκαρφαλώνει έναν έναν τους σπονδύλους μου.
Όταν πια φτάσει στη βάση του κρανίου μου, κουλουριάζεται εκεί, και ανοίγει διάπλατα το φιδίσιο της στόμα.
Και τότε την ακούω.
Ακούω την απαίσια, συριχτή φωνή της και τη φαρμακερή της γλώσσα -εκεί- πίσω απ' το αφτί μου, να βουτάνε στον οχετό των σκέψεών μου.
Να χορεύουνε αντάμα, ν' αγκαλιάζονται, να τυλίγονται, να μπερδεύονται, να γίνονται ένα μεταξύ τους -μέχρι που μου είναι πια αδύνατο να ξεχωρίσω τις δικές μου σκέψεις απ' τα αισχρά, αποκαρδιωτικά της λόγια που μ' αρρωσταίνουν.
Όταν πια με έχει κάνει κουρέλι, ηρεμεί.
Γλιστράει στη τσουλήθρα της παιδικής χαράς της που κατήντησε το σώμα μου, και παίρνει πάλι την αρχική της θέση.
~
Όταν με ρώτησε γιατί έχω την ανάγκη να δώσω μια μορφή στην κατάθλιψη, της απάντησα ότι εάν δεν το κάνω, θα με καταβροχθίσει.
Αν δεν της δώσω υπόσταση, κάτι χειροπιαστό, με σάρκα και οστά, κάτι που μπορείς να πληγώσεις -να σκοτώσεις- τότε το θάρρος μου θα φτερουγίσει, τα πόδια μου θα τρέμουν απ' το φόβο και τα γόνατά μου θα πέσουν βαριά στο έδαφος.
Αλλά όσο κι αν με διαβεβαιώνει ότι περνάει, εγώ πιστεύω ότι απλά φεύγει.
Έρχεται και φεύγει. Ξανά και ξανά. Δεν εξαφανίζεται, δεν σ' εγκαταλείπει.
Είναι εκεί όταν κοιμάσαι. Και είναι εκεί όταν ξυπνάς.
Είναι εκεί όταν γελάς με τους φίλους σου και όταν γυρνάς το απόβραδο στο σπίτι.
Και όταν πια επαναπαύεσαι νομίζοντας ότι είναι νεκρή, είναι εκεί και ξυπνάει.
Κι αρχίζει να σκαρφαλώνει.
Και μέχρι ο θάνατος να χωρίσει την ψυχή απ' το σώμα, η Δράκαινα θα χωρίζει τα πάντα απ' την ψυχή.
March 22, 2016
March 2, 2016
Το δικό μας Κατερινάκι
Με πιάνει θαρρείς το παράπονο, τώρα που παίρνω πτυχίο και αναγκάζομαι να γυρίσω στο πατρικό μου. Δεν είναι δα και λίγο ν' αφήνεις τα πράγματά σου, το σπίτι σου, ειδικά εάν έχεις κάνει τόσο κόπο να το φτιάξεις για να το νιώθεις δικό σου.
Και τώρα?
Τώρα το παλεύουμε για μεταπτυχιακό.
Αλλά απ' τη μία δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα για να νοικιάσω ένα δικό μου σπιτάκι και απ' την άλλη η σκέψη ότι θα μείνω με τους δικούς μου με τρομοκρατεί.
Οπότε μια πολύ καλή ιδέα, είναι να πάρω το γατί παραμάσχαλα και να απομονωθώ για κανένα 5μηνο στο χωριό μαζί με τους παππούδες μου, για να διαβάσω με την ησυχία μου για τις εισαγωγικές στη σχολή που θέλω. Θα πάρω το πάνω σπίτι, θα έχω ηρεμία, θάλασσα, φύση, δεν θα έχω ίντερνετ (που ούτε και τώρα έχω, οπότε μικρό το κακό) και η γάτα θα είναι ελεύθερη να κάνει τις βόλτες της, χωρίς εμένα να αργοπεθαίνω απ' τις τύψεις που την έκλεισα σε διαμέρισμα με 3 άτομα και σκύλο, η κακούργα μάνα.
Καίτοι ενθουσιασμένη αρχικά, αργότερα έπιασα τον εαυτό μου να έχει αναστολές όσον αφορά στη διαμονή μου εκεί. Βλέπετε, στο χωριό, απέκτησα πολλές απ' τις πιο όμορφες παιδικές μου αναμνήσεις και η σκέψη ότι, τώρα που θα πάω, κάποιος θα λείπει, είναι δυσβάσταχτη.
Κι αυτός που θα λείπει, είναι η γιαγιά μου η Κατερίνα, που πέρσι τέτοια εποχή τη νίκησαν τα γηρατειά. Προγιαγιά* για να είμαι ακριβής, αλλά ποιος θα τολμήσει να την αποκαλέσει έτσι, τέτοιο νιάτο που ήταν στη ψυχή η συγχωρεμένη?
Η γιαγιά μου λοιπόν, η Κατερίνα Παναγιάρη (πρώην Παπουτσή απ' τον πατέρα της τον Σταύρο), γεννήθηκε στον Άγιο Λουκά, ένα χωριουδάκι έξω απ' τη Χαλκίδα, το έτος 1910 παρακαλώ (Μαθουσάλας το Κατερινάκι, 105 χρονώ μας άφησε). Είχε περίπου 8 αδέρφια. Η κόρη της, η γιαγιά μου η Μαρίνα, μπορεί να πει με σιγουριά ότι είχε τουλάχιστον 4 αδελφάδες, μόνο εκείνες γνώρισε, τα υπόλοιπα αδέλφια πεθάνανε μικρά. Κι εγώ τη ρωτούσα τη Κατερίνα "Γιαγιά πώς η μαμά σου έκανε τόσα παιδιά?" και μ' απαντούσε εκείνη γελώντας "Μετά το πέμπτο βγαίναμε μοναχά μας".
Κούκλα από μικρή, μελαχρινή με το θαλασσί το μάτι (τούτη μας τα χάρισε τα μάτια, όπως λέγει ο πατέρας μου), και απ' τα 12 χρόνια της στη δουλειά, η δόλια η Κατερίνα. Στη ΔΕΗ ξημεροβραδιάζονταν να δουλεύει, που τότε δεν υπήρχαν μηχανήματα, και άνοιγαν στοές για το κάρβουνο και είχανε φτιάξει ράγες κι επάνω βαγόνια για να το μεταφέρουν. Εκεί, που πέρασε ένα βαγόνι, σακατεύτηκε μόνιμα το δάχτυλο στο δεξί της χέρι, όταν το μάγκωσε στις ράγες -ιστορία που μου διηγήθηκε όταν ήμουν αρκετά μικρή, για να πάψω να τη βασανίζω, το παλαβό παιδί, που έπαιζα κυνηγώντας την γύρω-γύρω για να κρυφτώ κάτω απ' τα φουστάνια της.
Έπειτα, μεγαλοπαντρεύτηκε στην ηλικία των 22, τον προπάππο μου τον Αντώνη Παναγιάρη, κρεοπώλης στο επάγγελμα. Σαν μεγάλωσα εγώ, είχε να μου το παραπονιέται η Κατερίνα "Εγώ δούλευα και μετά παντρεύτηκα. Αγράμματη έμεινε η γιαγιά. Άσ' τους γάμους και τα παιδιά, γράμματα να μάθεις".
Με τον άντρα της κάνανε 5 παιδιά. Σκληρή μάνα το Κατερινάκι. Μου 'λεγε η γιαγιά μου η Μαρίνα, ό,τι ξύλο έφαγε, το 'φαγε από δαύτην κι όχι απ' τον πατέρα της. Αλλά τ' αγαπούσε τα παιδάκια της πολύ -κι ας μην είχε πολλά να τους δώσει.
Ήταν μια πρωτοχρονιά που η γιαγιά μου, παιδάκι τότε, ξύπνησε και δεν είδε δώρο κάτω απ' το μαξιλάρι. Και να σου κλάματα η μικρή η Μαρίνα, όλο το κόσμο ξεσήκωσε. Και τότε έβαλε κρυφά, η πονηρή, η Κατερίνα το πορτοκάλι κάτω απ' το μαξιλάρι. Και το βρίσκει η Μαρίνα και φωτίζεται το προσωπάκι της απ' τη χαρά. Βλέπετε, ένα πορτοκάλι δεν είναι τίποτα, και σε χωριό το βρίσκεις σε αφθονία, άλλα όταν είναι Πρωτοχρονιά και δε βρίσκεις δώρο κάτω απ' το μαξιλάρι, και πέτρα να σου βάλουνε μετά, χαίρεσαι που απλά βρήκες κάτι.
Βέβαια, όσο ξύλο δεν πρόλαβε να της ρίξει της Μαρίνας, το έριξε η Μαρίνα στον πατέρα μου, τον Αντώνη. Κατάξανθο γλυκό αγγελούδι γαλανομάτικο ο πατέρας μου, μα μεγάλο διαόλι στη ψυχή. Και όπως γίνεται πάντα, όσο σκληρή μάνα είσαι τόσο γλυκιά γιαγιά γίνεσαι. Να τονε κυνηγάει τον Αντωνάκι η γιαγιά μου με τη γκλίτσα να του τις βρέξει, να την κυνηγάει από πίσω η Κατερίνα. Μωρή μουρλή, να της λέει, θα το λιανίσεις το παιδί!
Τα μαύρα η Κατερίνα τα πρωτοφόρεσε όταν πέθανε ο άντρας της στα 75 του χρόνια. Αλλά δεν ήταν ο τελευταίος που έθαψε. Δώρο η μακροζωία και κατάρα μαζί, η Κατερίνα έθαψε και αδέρφια και παιδιά. Τα μαύρα δεν τα έβγαλε ποτέ, παρά μόνο σε γάμους των εγγονών της.
Διότι τα χάρηκε πολύ τα 10 της εγγόνια. Κι άλλο τόσο χάρηκε και μας τα 12 δισέγγονα, γιατί τόσα είμαστε εάν δε μ' απατά η μνήμη μου. Ακόμα και τα Γερμανάκια που έρχονται μιά στα δέκα χρόνια χάρηκε. "Έρχετι η Μιλίνα κι ο Αντώνης να με ειδούνε!", φώναζε γεμάτη χαρά. Που ο Αντώνης, το εγγόνι, ελληνικά ξέρει, η Μελίνα το δισέγγονο, τίποτα, μηδέν. Αλλά ούτε η Κατερίνα ούτε κι εγώ, 10 χρονών τότε, πτοηθήκαμε, η αγάπη και το παιχνίδι δεν χρειάζονται ίδια γλώσσα.
Μα και τρισέγγονο, παρακαλώ, χάρηκε το Κατερινάκι, καθώς ο δεύτερός μου ξάδελφος, απέκτησε παιδί πριν καλά-καλά τελειώσει το σχολείο.
Ακόμη κι όταν μεγάλωσα, γυμνασιοκόριτσο που ήμουν, συνέχισα να περνάω τα καλοκαίρια μου στο χωριό.
Κάθε μεσημέρι τρύπωνα στο δωμάτιο της Κατερίνας που έπλεκε, και έκανε διάλειμμα για να ανοίξουμε την τηλεόραση να δούμε την Εσμεράλντα με το Χοσέ Αρμάντο. Ακούγαμε εμείς την τυφλή να μεμψιμοιρεί 52 λεπτά στο Alter -άκουγε και όλη η γειτονιά. Βλέπετε, βάζαμε την ένταση στο τέρμα, από τότε η κακομοίρα ήταν λίγο περήφανη στ' αυτιά. Βέβαια ακουστικό δεν έβαλε ποτέ, γιατί, πώς να το κάνουμε, άκου 'κει που θα βάλω εγώ μηχάνημα μες τ' αυτί μου γριά γυναίκα!, και δώστου οι γκαρίδες κι οι φωνές για να σ' ακούσει.
Και τ' απογεύματα, να με βλέπει ακόμα ξυπόλητη να χοροπηδάω σαν το κατσίκι πέρα δώθε στα χαλίκια και στα χώματα να παίζω, και να μου λέει "Μωρή κουτρούλα, κοπέλα ολόκληρη, θα σκιστούν τα ποδάρια σου! ". Αλλά εγώ τίποτα, στα χαλίκια και στα χώματα αντέχουνε τα πόδια μου, μέσα στα παπούτσια γεμίζουνε φουσκάλες.
Κι όσο χοροπηδητό έριξα εγώ μικρή και πονούσαν οι αστράγαλοί μου το βράδυ σαν έπεφτα για ύπνο, άλλο τόσο περπάτημα έριξε η Κατερίνα μέχρι τα τελευταία της. Minas Tirith το χωριό, χτισμένο πάνω σε βουνό, μες τον ανήφορο και τον κατήφορο,ίσιο δρόμο δεν έχει, και η γιαγιά να βάζει μπρος με το μπαστούνι στο χέρι, και να διασχίζει το μισό χωριό για να πάει απ' τη μια κόρη στην άλλη. Θυμάμαι, τελευταία φορά που πήγα στο χωριό να τη δω ήταν το '13, τότε η Κατερίνα ήταν 103 χρονών, και καθόμασταν μαζί εγώ, αυτή και οι δυο κόρες της, η γιαγιά μου η Μαρίνα και η θεία η Κούλα. Και να λένε οι γιαγιάδες για εγχειρίσεις, για εγκεφαλικά, για χάπια, για ό,τι μύρια όσα έχουν περάσει από πάνω τους, και να λέει και η Κατερίνα "Αχ πουλάκι μου, κι εγώ πονάω". Τι έχεις γιαγιά της λέω. "Να, 'δω χάμω, πονάνε οι φτέρνες μου απ' το περπάτημα". "Άσε μας ρε μάνα!" να μουγκρίζει η θεία και δώστου γέλια εγώ, το δισέγγονο, που λίγο κόντεψε να με χάσουν που παραλίγο να πνιγώ.
Εκείνη την τελευταία φορά που την είδα είναι που μου είπε "Κόρη μου, η γιαγιά η Κατερίνα έζησε ένα αιώνα και θα ζούσε κι άλλον. Η ζωή δε χορταίνεται". Κι ας παρακαλούσε μετά το Θεό να την πάρει. Ήξερε ότι έρχεται η ώρα της και βιαζότανε να φύγει, η αθεόφοβη, να μην είναι βάρος.
Μα τι βάρος να είναι η ατρόμητη, η αθάνατη, η Κατερίνα? Που τριγυρνούσε με τα πόδια τόσο χρονών γυναίκα, έπλεκε με το μικρό το βελόνι, τα 'χε τετρακόσια, που μέχρι και συνέντευξη της πήραν απ' την τοπική εφημερίδα του Αλιβερίου, να τους λέει για τη φρίκη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.
Θαρρείς δε φοβήθηκε στιγμή. Μονάχα φοβήθηκε όταν ξέχασε ένα φεγγάρι τη βρύση του μπάνιου ανοιχτή, και νόμισε πώς αρχίζει να τα χάνει η καψερή. Αλλά κι εκεί ακόμα, παραπάνω ντροπή ένιωσε, μην την καταλάβουν, παρά φόβο.
Αυτή ήταν η δική μας, απείρως ταλαιπωρημένη μα πάντα χαμογελαστή, Κατερίνα. Που τα ξέγνοιαστα τα χρόνια τα έζησε όντας πια πολύ μεγάλη, σαν καθόταν στο μπαλκόνι κι έβαζε τα γυαλιά (μόνο τότε τα φορούσε, η αετομάτα) για να πλέξει τα προικιά μας. Από μικρή μαυροφορεμένη και με μαντίλα, την οποία έβγαζε μόνο τις πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Και παιδί σαν ήμουν, τη θυμάμαι να τη βγάζει, πριν κοιμηθεί.
Και να ξετυλίγει η Κατερίνα τον κότσο στα μαλλιά της, και να πέφτει η μακριά, ασημένια πλεξίδα ως χαμηλά στη πλάτη.
Και του το κάνει το χατίρι, του κοντοκουρεμένου δισέγγονου, να της ξεπλέκει τα μαλλιά και να τα χτενίζει.
Τι ωραία μακριά λευκά μαλλιά που έχεις γιαγιά!, ν' αναφωνώ με το χτενάκι περασμένο ακόμα στη κόμη της, και η μάγισσα, η Κατερίνα, να χαμογελά.
Πάντα να χαμογελά.
Και τώρα?
Τώρα το παλεύουμε για μεταπτυχιακό.
Αλλά απ' τη μία δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα για να νοικιάσω ένα δικό μου σπιτάκι και απ' την άλλη η σκέψη ότι θα μείνω με τους δικούς μου με τρομοκρατεί.
Οπότε μια πολύ καλή ιδέα, είναι να πάρω το γατί παραμάσχαλα και να απομονωθώ για κανένα 5μηνο στο χωριό μαζί με τους παππούδες μου, για να διαβάσω με την ησυχία μου για τις εισαγωγικές στη σχολή που θέλω. Θα πάρω το πάνω σπίτι, θα έχω ηρεμία, θάλασσα, φύση, δεν θα έχω ίντερνετ (που ούτε και τώρα έχω, οπότε μικρό το κακό) και η γάτα θα είναι ελεύθερη να κάνει τις βόλτες της, χωρίς εμένα να αργοπεθαίνω απ' τις τύψεις που την έκλεισα σε διαμέρισμα με 3 άτομα και σκύλο, η κακούργα μάνα.
Καίτοι ενθουσιασμένη αρχικά, αργότερα έπιασα τον εαυτό μου να έχει αναστολές όσον αφορά στη διαμονή μου εκεί. Βλέπετε, στο χωριό, απέκτησα πολλές απ' τις πιο όμορφες παιδικές μου αναμνήσεις και η σκέψη ότι, τώρα που θα πάω, κάποιος θα λείπει, είναι δυσβάσταχτη.
Κι αυτός που θα λείπει, είναι η γιαγιά μου η Κατερίνα, που πέρσι τέτοια εποχή τη νίκησαν τα γηρατειά. Προγιαγιά* για να είμαι ακριβής, αλλά ποιος θα τολμήσει να την αποκαλέσει έτσι, τέτοιο νιάτο που ήταν στη ψυχή η συγχωρεμένη?
Η γιαγιά μου λοιπόν, η Κατερίνα Παναγιάρη (πρώην Παπουτσή απ' τον πατέρα της τον Σταύρο), γεννήθηκε στον Άγιο Λουκά, ένα χωριουδάκι έξω απ' τη Χαλκίδα, το έτος 1910 παρακαλώ (Μαθουσάλας το Κατερινάκι, 105 χρονώ μας άφησε). Είχε περίπου 8 αδέρφια. Η κόρη της, η γιαγιά μου η Μαρίνα, μπορεί να πει με σιγουριά ότι είχε τουλάχιστον 4 αδελφάδες, μόνο εκείνες γνώρισε, τα υπόλοιπα αδέλφια πεθάνανε μικρά. Κι εγώ τη ρωτούσα τη Κατερίνα "Γιαγιά πώς η μαμά σου έκανε τόσα παιδιά?" και μ' απαντούσε εκείνη γελώντας "Μετά το πέμπτο βγαίναμε μοναχά μας".
Κούκλα από μικρή, μελαχρινή με το θαλασσί το μάτι (τούτη μας τα χάρισε τα μάτια, όπως λέγει ο πατέρας μου), και απ' τα 12 χρόνια της στη δουλειά, η δόλια η Κατερίνα. Στη ΔΕΗ ξημεροβραδιάζονταν να δουλεύει, που τότε δεν υπήρχαν μηχανήματα, και άνοιγαν στοές για το κάρβουνο και είχανε φτιάξει ράγες κι επάνω βαγόνια για να το μεταφέρουν. Εκεί, που πέρασε ένα βαγόνι, σακατεύτηκε μόνιμα το δάχτυλο στο δεξί της χέρι, όταν το μάγκωσε στις ράγες -ιστορία που μου διηγήθηκε όταν ήμουν αρκετά μικρή, για να πάψω να τη βασανίζω, το παλαβό παιδί, που έπαιζα κυνηγώντας την γύρω-γύρω για να κρυφτώ κάτω απ' τα φουστάνια της.
Έπειτα, μεγαλοπαντρεύτηκε στην ηλικία των 22, τον προπάππο μου τον Αντώνη Παναγιάρη, κρεοπώλης στο επάγγελμα. Σαν μεγάλωσα εγώ, είχε να μου το παραπονιέται η Κατερίνα "Εγώ δούλευα και μετά παντρεύτηκα. Αγράμματη έμεινε η γιαγιά. Άσ' τους γάμους και τα παιδιά, γράμματα να μάθεις".
Με τον άντρα της κάνανε 5 παιδιά. Σκληρή μάνα το Κατερινάκι. Μου 'λεγε η γιαγιά μου η Μαρίνα, ό,τι ξύλο έφαγε, το 'φαγε από δαύτην κι όχι απ' τον πατέρα της. Αλλά τ' αγαπούσε τα παιδάκια της πολύ -κι ας μην είχε πολλά να τους δώσει.
Ήταν μια πρωτοχρονιά που η γιαγιά μου, παιδάκι τότε, ξύπνησε και δεν είδε δώρο κάτω απ' το μαξιλάρι. Και να σου κλάματα η μικρή η Μαρίνα, όλο το κόσμο ξεσήκωσε. Και τότε έβαλε κρυφά, η πονηρή, η Κατερίνα το πορτοκάλι κάτω απ' το μαξιλάρι. Και το βρίσκει η Μαρίνα και φωτίζεται το προσωπάκι της απ' τη χαρά. Βλέπετε, ένα πορτοκάλι δεν είναι τίποτα, και σε χωριό το βρίσκεις σε αφθονία, άλλα όταν είναι Πρωτοχρονιά και δε βρίσκεις δώρο κάτω απ' το μαξιλάρι, και πέτρα να σου βάλουνε μετά, χαίρεσαι που απλά βρήκες κάτι.
Βέβαια, όσο ξύλο δεν πρόλαβε να της ρίξει της Μαρίνας, το έριξε η Μαρίνα στον πατέρα μου, τον Αντώνη. Κατάξανθο γλυκό αγγελούδι γαλανομάτικο ο πατέρας μου, μα μεγάλο διαόλι στη ψυχή. Και όπως γίνεται πάντα, όσο σκληρή μάνα είσαι τόσο γλυκιά γιαγιά γίνεσαι. Να τονε κυνηγάει τον Αντωνάκι η γιαγιά μου με τη γκλίτσα να του τις βρέξει, να την κυνηγάει από πίσω η Κατερίνα. Μωρή μουρλή, να της λέει, θα το λιανίσεις το παιδί!
Τα μαύρα η Κατερίνα τα πρωτοφόρεσε όταν πέθανε ο άντρας της στα 75 του χρόνια. Αλλά δεν ήταν ο τελευταίος που έθαψε. Δώρο η μακροζωία και κατάρα μαζί, η Κατερίνα έθαψε και αδέρφια και παιδιά. Τα μαύρα δεν τα έβγαλε ποτέ, παρά μόνο σε γάμους των εγγονών της.
Διότι τα χάρηκε πολύ τα 10 της εγγόνια. Κι άλλο τόσο χάρηκε και μας τα 12 δισέγγονα, γιατί τόσα είμαστε εάν δε μ' απατά η μνήμη μου. Ακόμα και τα Γερμανάκια που έρχονται μιά στα δέκα χρόνια χάρηκε. "Έρχετι η Μιλίνα κι ο Αντώνης να με ειδούνε!", φώναζε γεμάτη χαρά. Που ο Αντώνης, το εγγόνι, ελληνικά ξέρει, η Μελίνα το δισέγγονο, τίποτα, μηδέν. Αλλά ούτε η Κατερίνα ούτε κι εγώ, 10 χρονών τότε, πτοηθήκαμε, η αγάπη και το παιχνίδι δεν χρειάζονται ίδια γλώσσα.
Μα και τρισέγγονο, παρακαλώ, χάρηκε το Κατερινάκι, καθώς ο δεύτερός μου ξάδελφος, απέκτησε παιδί πριν καλά-καλά τελειώσει το σχολείο.
Ακόμη κι όταν μεγάλωσα, γυμνασιοκόριτσο που ήμουν, συνέχισα να περνάω τα καλοκαίρια μου στο χωριό.
Κάθε μεσημέρι τρύπωνα στο δωμάτιο της Κατερίνας που έπλεκε, και έκανε διάλειμμα για να ανοίξουμε την τηλεόραση να δούμε την Εσμεράλντα με το Χοσέ Αρμάντο. Ακούγαμε εμείς την τυφλή να μεμψιμοιρεί 52 λεπτά στο Alter -άκουγε και όλη η γειτονιά. Βλέπετε, βάζαμε την ένταση στο τέρμα, από τότε η κακομοίρα ήταν λίγο περήφανη στ' αυτιά. Βέβαια ακουστικό δεν έβαλε ποτέ, γιατί, πώς να το κάνουμε, άκου 'κει που θα βάλω εγώ μηχάνημα μες τ' αυτί μου γριά γυναίκα!, και δώστου οι γκαρίδες κι οι φωνές για να σ' ακούσει.
Και τ' απογεύματα, να με βλέπει ακόμα ξυπόλητη να χοροπηδάω σαν το κατσίκι πέρα δώθε στα χαλίκια και στα χώματα να παίζω, και να μου λέει "Μωρή κουτρούλα, κοπέλα ολόκληρη, θα σκιστούν τα ποδάρια σου! ". Αλλά εγώ τίποτα, στα χαλίκια και στα χώματα αντέχουνε τα πόδια μου, μέσα στα παπούτσια γεμίζουνε φουσκάλες.
Κι όσο χοροπηδητό έριξα εγώ μικρή και πονούσαν οι αστράγαλοί μου το βράδυ σαν έπεφτα για ύπνο, άλλο τόσο περπάτημα έριξε η Κατερίνα μέχρι τα τελευταία της. Minas Tirith το χωριό, χτισμένο πάνω σε βουνό, μες τον ανήφορο και τον κατήφορο,ίσιο δρόμο δεν έχει, και η γιαγιά να βάζει μπρος με το μπαστούνι στο χέρι, και να διασχίζει το μισό χωριό για να πάει απ' τη μια κόρη στην άλλη. Θυμάμαι, τελευταία φορά που πήγα στο χωριό να τη δω ήταν το '13, τότε η Κατερίνα ήταν 103 χρονών, και καθόμασταν μαζί εγώ, αυτή και οι δυο κόρες της, η γιαγιά μου η Μαρίνα και η θεία η Κούλα. Και να λένε οι γιαγιάδες για εγχειρίσεις, για εγκεφαλικά, για χάπια, για ό,τι μύρια όσα έχουν περάσει από πάνω τους, και να λέει και η Κατερίνα "Αχ πουλάκι μου, κι εγώ πονάω". Τι έχεις γιαγιά της λέω. "Να, 'δω χάμω, πονάνε οι φτέρνες μου απ' το περπάτημα". "Άσε μας ρε μάνα!" να μουγκρίζει η θεία και δώστου γέλια εγώ, το δισέγγονο, που λίγο κόντεψε να με χάσουν που παραλίγο να πνιγώ.
Εκείνη την τελευταία φορά που την είδα είναι που μου είπε "Κόρη μου, η γιαγιά η Κατερίνα έζησε ένα αιώνα και θα ζούσε κι άλλον. Η ζωή δε χορταίνεται". Κι ας παρακαλούσε μετά το Θεό να την πάρει. Ήξερε ότι έρχεται η ώρα της και βιαζότανε να φύγει, η αθεόφοβη, να μην είναι βάρος.
Μα τι βάρος να είναι η ατρόμητη, η αθάνατη, η Κατερίνα? Που τριγυρνούσε με τα πόδια τόσο χρονών γυναίκα, έπλεκε με το μικρό το βελόνι, τα 'χε τετρακόσια, που μέχρι και συνέντευξη της πήραν απ' την τοπική εφημερίδα του Αλιβερίου, να τους λέει για τη φρίκη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.
Θαρρείς δε φοβήθηκε στιγμή. Μονάχα φοβήθηκε όταν ξέχασε ένα φεγγάρι τη βρύση του μπάνιου ανοιχτή, και νόμισε πώς αρχίζει να τα χάνει η καψερή. Αλλά κι εκεί ακόμα, παραπάνω ντροπή ένιωσε, μην την καταλάβουν, παρά φόβο.
Αυτή ήταν η δική μας, απείρως ταλαιπωρημένη μα πάντα χαμογελαστή, Κατερίνα. Που τα ξέγνοιαστα τα χρόνια τα έζησε όντας πια πολύ μεγάλη, σαν καθόταν στο μπαλκόνι κι έβαζε τα γυαλιά (μόνο τότε τα φορούσε, η αετομάτα) για να πλέξει τα προικιά μας. Από μικρή μαυροφορεμένη και με μαντίλα, την οποία έβγαζε μόνο τις πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Και παιδί σαν ήμουν, τη θυμάμαι να τη βγάζει, πριν κοιμηθεί.
Και να ξετυλίγει η Κατερίνα τον κότσο στα μαλλιά της, και να πέφτει η μακριά, ασημένια πλεξίδα ως χαμηλά στη πλάτη.
Και του το κάνει το χατίρι, του κοντοκουρεμένου δισέγγονου, να της ξεπλέκει τα μαλλιά και να τα χτενίζει.
Τι ωραία μακριά λευκά μαλλιά που έχεις γιαγιά!, ν' αναφωνώ με το χτενάκι περασμένο ακόμα στη κόμη της, και η μάγισσα, η Κατερίνα, να χαμογελά.
Πάντα να χαμογελά.
January 19, 2016
Divinity
Ο κόσμος έχει το ταλέντο να καταφέρνει να γίνεται όλο και πιο σκατένιος όσο περνάει ο καιρός, αλά ευτυχώς εμένα αυτήν την περίοδο, με αφήνει παγερά αδιάφορη -τουλάχιστον συναισθηματικά. Βγαίνω απ' το σπίτι μου χωρίς να με πιάνουν δυσφορία και ταχυκαρδίες. Είμαι πιο υπομονετική με τους ανθρώπους, είμαι ευχάριστη σε παρέα, είμαι πιο ευγενική, ακούω προσεκτικά όταν μου μιλάνε και στα καλύτερά μου απαντάω κιόλας .
Ο εγκέφαλός μου, μου λέει ότι είμαι αγχωμένη, αλλά δεν το νιώθω -δεν με πιάνει πανικός, ούτε ρίγη. Με πληροφορεί ότι είμαι λυπημένη, αλλά δεν το νιώθω -δεν μπορώ καν να βουρκώσω.
Το τελευταίο δώρο που έκανα στον εαυτό μου, μου έδωσε ναυτία, πονοκέφαλο και αυπνίες αλλά μου πήρε το μίσος. Μίσοςμίσοςμίσος. Τι όμορφη, λυρική λέξη. Τι απάνθρωπο συναίσθημα. Μ' αρέσει να το ξεστομίζω - τρέμω και μου κόβονται τα πόδια, στη σκέψη ότι μπορεί να το ξανανιώσω.
Δεν ξέρω αν θεωρώ την κατάσταση κάποιου είδους πνευματικής λύτρωσης ή τελεσίδικης συναισθηματικής εξαθλίωσης, το μόνο που ξέρω είναι ότι έχω επιτέλους χώρο να αναπνεύσω, χωρίς τη Δράκαινα (έτσι θα τη λέμε) τεχνηέντως να μου μολύνει το μυαλό.
Ίσως να μην είναι καλό να τα γράφω αυτά. Ισως πάλι να μην έχει και καμία γαμημένη σημασία. Άλλωστε ποτέ δε ζητιάνεψα λύπηση, μόνο λίγη επιβεβαίωση ότι όλα θα πάνε καλά. Γιατί δεν είναι οι "κακές μέρες" αυτές που μου γαμάνε τη ψυχή. Είναι οι "καλές", όταν έχω την λανθασμένη εντύπωση ότι καλυτερεύω.
Αυτά. Πάω να ξετυλίξω το ταλέντο μου στη γραφιστική.
Καιιι θα κλείσω με ευχή, γιατί είμαι στα πολύ χάι μου: Χαρούμενο 2016, και τώρα με τα κρύα να ντύνεστε καλά, γιατί θα κρυώσει η κοιλίτσα σας και θα κάνετε διάρροια.
Ο εγκέφαλός μου, μου λέει ότι είμαι αγχωμένη, αλλά δεν το νιώθω -δεν με πιάνει πανικός, ούτε ρίγη. Με πληροφορεί ότι είμαι λυπημένη, αλλά δεν το νιώθω -δεν μπορώ καν να βουρκώσω.
Το τελευταίο δώρο που έκανα στον εαυτό μου, μου έδωσε ναυτία, πονοκέφαλο και αυπνίες αλλά μου πήρε το μίσος. Μίσοςμίσοςμίσος. Τι όμορφη, λυρική λέξη. Τι απάνθρωπο συναίσθημα. Μ' αρέσει να το ξεστομίζω - τρέμω και μου κόβονται τα πόδια, στη σκέψη ότι μπορεί να το ξανανιώσω.
Δεν ξέρω αν θεωρώ την κατάσταση κάποιου είδους πνευματικής λύτρωσης ή τελεσίδικης συναισθηματικής εξαθλίωσης, το μόνο που ξέρω είναι ότι έχω επιτέλους χώρο να αναπνεύσω, χωρίς τη Δράκαινα (έτσι θα τη λέμε) τεχνηέντως να μου μολύνει το μυαλό.
Ίσως να μην είναι καλό να τα γράφω αυτά. Ισως πάλι να μην έχει και καμία γαμημένη σημασία. Άλλωστε ποτέ δε ζητιάνεψα λύπηση, μόνο λίγη επιβεβαίωση ότι όλα θα πάνε καλά. Γιατί δεν είναι οι "κακές μέρες" αυτές που μου γαμάνε τη ψυχή. Είναι οι "καλές", όταν έχω την λανθασμένη εντύπωση ότι καλυτερεύω.
Αυτά. Πάω να ξετυλίξω το ταλέντο μου στη γραφιστική.
Καιιι θα κλείσω με ευχή, γιατί είμαι στα πολύ χάι μου: Χαρούμενο 2016, και τώρα με τα κρύα να ντύνεστε καλά, γιατί θα κρυώσει η κοιλίτσα σας και θα κάνετε διάρροια.
January 4, 2016
November 26, 2015
Ρε γαμημένο, μ' ακούς γαμημένο,
εννέα χρόνια πάνε κι ακόμα σε υπομένω,
ρε γαμημένο, ακούς γαμημένο, τέλειο θύμα μ' έκανες γι ανθρώπους που κοιτάνε το συμφέρον,
ρε ξεφτιλισμένο, αναθεματισμένο,
κάθε φορά που ακούω "στο μυαλό σου είναι όλα", πεθαίνω,
στο μυαλό είναι, ναι, στο μυαλό,
σιχαμενο έντομο που μου τρώει λίγο λίγο το εγώ,
ρε γαμημένο, μ' ακούς γαμημένο,
φθονώ, ζηλεύω τους ανθρώπους με τ' αληθινό το γέλιο,
ρε καταραμένο, διαολεμένο,
τα χάπια με κατέστειλαν, δε τα θέλω, μ' αρρωσταίνουν,
ρε γαμημένο, μ' ακούς γαμημένο,
βαρέθηκα να έρχεσαι στα ξαφνικά εκεί που δεν το περιμένω,
ρε ξεφτιλισμένο, αναθεματισμένο,
ψυχή να μην είχα, να μη σε υποφέρω,
έχεις κολλήσει πάνω μου, με σκάβεις σαν ρυτίδες,
μισητή και μονάκριβή σου αγάπη είμαι,
η πουτάνα, η καριόλα,
με γυροφέρνεις, μ' αγκαλιάζεις,
ή θα σε πεθάνω ή θα με πεθάνεις,
έστω να νιωσω τη στερνή χαρά,
μαζί μου να σε πάρω,
ρε γαμημένο,
μ' ακούς γαμημένο?
μέχρι να νιώσω το ξεψύχισμά σου στ' αυτί,
είμαι εδώ ακόμα,
και σε περιμένω.
ρε γαμημένο, ακούς γαμημένο, τέλειο θύμα μ' έκανες γι ανθρώπους που κοιτάνε το συμφέρον,
ρε ξεφτιλισμένο, αναθεματισμένο,
κάθε φορά που ακούω "στο μυαλό σου είναι όλα", πεθαίνω,
στο μυαλό είναι, ναι, στο μυαλό,
σιχαμενο έντομο που μου τρώει λίγο λίγο το εγώ,
ρε γαμημένο, μ' ακούς γαμημένο,
φθονώ, ζηλεύω τους ανθρώπους με τ' αληθινό το γέλιο,
ρε καταραμένο, διαολεμένο,
τα χάπια με κατέστειλαν, δε τα θέλω, μ' αρρωσταίνουν,
ρε γαμημένο, μ' ακούς γαμημένο,
βαρέθηκα να έρχεσαι στα ξαφνικά εκεί που δεν το περιμένω,
ρε ξεφτιλισμένο, αναθεματισμένο,
ψυχή να μην είχα, να μη σε υποφέρω,
έχεις κολλήσει πάνω μου, με σκάβεις σαν ρυτίδες,
μισητή και μονάκριβή σου αγάπη είμαι,
η πουτάνα, η καριόλα,
με γυροφέρνεις, μ' αγκαλιάζεις,
ή θα σε πεθάνω ή θα με πεθάνεις,
έστω να νιωσω τη στερνή χαρά,
μαζί μου να σε πάρω,
ρε γαμημένο,
μ' ακούς γαμημένο?
μέχρι να νιώσω το ξεψύχισμά σου στ' αυτί,
είμαι εδώ ακόμα,
και σε περιμένω.
November 10, 2015
Tumbling
Είμαι απίστευτα εγωκεντρική.
Εγωκεντρική με την έννοια του ότι μ' αρέσει να μιλάω για μένα, μ' αρέσει να γράφω για μένα, μ' αρέσει να ζωγραφίζω για μένα, σε μια αέναη προσπάθεια ανακάλυψης του έσω εαυτού.
Καθόλου δε με νοιάζει εν τέλει αν θα ζήσω -αν θα ζήσω όπως θέλω, αν θα ζήσω όσο θέλω.
Είμαι ένα διαολεμένο ζώο, υποδουλωμένο στην επιρρέπεια, που έπειτα από χρόνια, αυτό που μοχθεί με λύσσα να καταφέρει περισσότερο απ' όλα, εις μάτην, είναι να πει, να γράψει και να ζωγραφίσει τι σκέφτεται και τι αισθάνεται.
Τίποτα δε λαχτάρησε η ψυχή μου παραπάνω απ' αυτό το θεϊκό ταλέντο που έχουν κάποιοι: τη δυνατότητα να εκφραστούν.
Αν πίστευα σε κάτι, θα ορκιζόμουν ότι ουδείς δεν ένιωσε τόσο ζωντανός κι ολοκληρωμένος, όσο όταν κατάφερε να εκφράσει ακριβώς τι διάολο συμβαίνει στο παλαβό του το κεφάλι. Όχι απαραίτητα σε τρίτους, στον ίδιο μονάχα.
Κι όλοι κρύβουμε έναν ζωντανό κι ολοκληρωμένο άνθρωπο μέσα μας.
Αλλά ποιος στ' αλήθεια μπορεί ν' αντέξει το βάρος του να είναι ένας τέτοιος άνθρωπος?
Για τι άλλο τάχα να προσπαθήσεις έπειτα?
Άλλωστε τι είναι ο άνθρωπος αν όχι ένα χάος με μια καρδιά αφηνιασμένη, γεμάτη σύγχυση κι αχόρταγη για περιπέτεια και πάθος. Το δίχως άλλο, τη θέλουμε τη φρενίτιδα της φρίκης στο μυαλό μας, το μπέρδεμα για να έχουμε κάτι να λύσουμε, για να αδράξουμε την κάθε μέρα, μπήγοντας τα βρόμικα και ταλαιπωρημένα νύχια μας μέσα της.
Διάολε.
Αν μπορούσα να γράψω θα το εξηγούσα καλύτερα.
Εγωκεντρική με την έννοια του ότι μ' αρέσει να μιλάω για μένα, μ' αρέσει να γράφω για μένα, μ' αρέσει να ζωγραφίζω για μένα, σε μια αέναη προσπάθεια ανακάλυψης του έσω εαυτού.
Καθόλου δε με νοιάζει εν τέλει αν θα ζήσω -αν θα ζήσω όπως θέλω, αν θα ζήσω όσο θέλω.
Είμαι ένα διαολεμένο ζώο, υποδουλωμένο στην επιρρέπεια, που έπειτα από χρόνια, αυτό που μοχθεί με λύσσα να καταφέρει περισσότερο απ' όλα, εις μάτην, είναι να πει, να γράψει και να ζωγραφίσει τι σκέφτεται και τι αισθάνεται.
Τίποτα δε λαχτάρησε η ψυχή μου παραπάνω απ' αυτό το θεϊκό ταλέντο που έχουν κάποιοι: τη δυνατότητα να εκφραστούν.
Αν πίστευα σε κάτι, θα ορκιζόμουν ότι ουδείς δεν ένιωσε τόσο ζωντανός κι ολοκληρωμένος, όσο όταν κατάφερε να εκφράσει ακριβώς τι διάολο συμβαίνει στο παλαβό του το κεφάλι. Όχι απαραίτητα σε τρίτους, στον ίδιο μονάχα.
Κι όλοι κρύβουμε έναν ζωντανό κι ολοκληρωμένο άνθρωπο μέσα μας.
Αλλά ποιος στ' αλήθεια μπορεί ν' αντέξει το βάρος του να είναι ένας τέτοιος άνθρωπος?
Για τι άλλο τάχα να προσπαθήσεις έπειτα?
Άλλωστε τι είναι ο άνθρωπος αν όχι ένα χάος με μια καρδιά αφηνιασμένη, γεμάτη σύγχυση κι αχόρταγη για περιπέτεια και πάθος. Το δίχως άλλο, τη θέλουμε τη φρενίτιδα της φρίκης στο μυαλό μας, το μπέρδεμα για να έχουμε κάτι να λύσουμε, για να αδράξουμε την κάθε μέρα, μπήγοντας τα βρόμικα και ταλαιπωρημένα νύχια μας μέσα της.
Διάολε.
Αν μπορούσα να γράψω θα το εξηγούσα καλύτερα.
August 17, 2015
Before Midnight
"Well, what I miss the most about him is the way he used to lie down next to me at night. Sometimes his arm would stretch along my chest and I couldn’t move. I even held my breath. But I felt safe. Complete.
And I miss the way he was whistling, walking down the street, and every time I do something I think of what he would say: “Well it’s cold today, wear a scarf”.
But lately I’ve been forgetting little things, he’s sort of fading.
I’m starting to forget him,
and it’s like losing him again.
So sometimes I make myself remember every detail of his face.
The exact color of his eyes, his lips, his teeth, the texture of his skin, his hair.
And sometimes -not always- but sometimes, I can actually see him - It’s as if a cloud moves away and there he is, like I could almost touch him.
But then the real world rushes in and he vanishes again.
Well, I did this every morning when the sun was not too bright outside - the sun somehow makes him vanish- as he appears and he disappears like a sunrise or a sunset,
or anything so ephemeral, just like our life.
We appear and we disappear and we are so important to some,
but we are just passing through."
And I miss the way he was whistling, walking down the street, and every time I do something I think of what he would say: “Well it’s cold today, wear a scarf”.
But lately I’ve been forgetting little things, he’s sort of fading.
I’m starting to forget him,
and it’s like losing him again.
So sometimes I make myself remember every detail of his face.
The exact color of his eyes, his lips, his teeth, the texture of his skin, his hair.
And sometimes -not always- but sometimes, I can actually see him - It’s as if a cloud moves away and there he is, like I could almost touch him.
But then the real world rushes in and he vanishes again.
Well, I did this every morning when the sun was not too bright outside - the sun somehow makes him vanish- as he appears and he disappears like a sunrise or a sunset,
or anything so ephemeral, just like our life.
We appear and we disappear and we are so important to some,
but we are just passing through."
June 13, 2015
La Decadence
Θύτης.
Θύμα.
Η "αθωότητα" φεύγει αναλογικά.
Ο ένας χάνει τη δική του,
κλέβοντας μια που δεν του ανήκει,
επομένως, δεν μπορεί να την κρατήσει,
διότι δεν του δόθηκε εξαρχής για να την κατέχει.
Ο άλλος μένει γονατισμένος,
σαστισμένος μπροστά σε ό,τι αγνό κι όμορφο,
φτερούριγε μακριά,
εμπρός του.
Καταδικασμένοι και οι δυο να ζουν έναν μαρτυρικό,
φαύλο κύκλο ζωής,
που θα σπάσει μόνο για τον Θύτη,
ο οποίος το μόνο που θα είναι ικανός να πράξει στη ζωή του,
δίχως τύψη καμία,
ειναι η αυτοκτονία.
Ενώ το Θύμα,
καταραμένο να βηματίζει ακόμη,
γύρω-γύρω,
ξανά και ξανά,
παρά την καταρρακωμένη, καημένη φύση του,
νιώθει δυνατό, ισχυρό,
κι αδάμαστο.
Διότι είναι λεύτερο,
καθότι έχει χάσει αυτό π' ονομάζουμε Ελπίδα.
Και περπατάει,
λαχανιάζει,
αγκομαχάει,
σέρνεται,
τρέχει στον κύκλο της ζωής.
Καθώς έναν άνθρωπο που δεν τον ενδιαφέρει το θαύμα της ζωής,
τι ενδιαφέρον να του προκαλέσει η λύτρωση του Θανάτου?
Θύμα.
Η "αθωότητα" φεύγει αναλογικά.
Ο ένας χάνει τη δική του,
κλέβοντας μια που δεν του ανήκει,
επομένως, δεν μπορεί να την κρατήσει,
διότι δεν του δόθηκε εξαρχής για να την κατέχει.
Ο άλλος μένει γονατισμένος,
σαστισμένος μπροστά σε ό,τι αγνό κι όμορφο,
φτερούριγε μακριά,
εμπρός του.
Καταδικασμένοι και οι δυο να ζουν έναν μαρτυρικό,
φαύλο κύκλο ζωής,
που θα σπάσει μόνο για τον Θύτη,
ο οποίος το μόνο που θα είναι ικανός να πράξει στη ζωή του,
δίχως τύψη καμία,
ειναι η αυτοκτονία.
Ενώ το Θύμα,
καταραμένο να βηματίζει ακόμη,
γύρω-γύρω,
ξανά και ξανά,
παρά την καταρρακωμένη, καημένη φύση του,
νιώθει δυνατό, ισχυρό,
κι αδάμαστο.
Διότι είναι λεύτερο,
καθότι έχει χάσει αυτό π' ονομάζουμε Ελπίδα.
Και περπατάει,
λαχανιάζει,
αγκομαχάει,
σέρνεται,
τρέχει στον κύκλο της ζωής.
Καθώς έναν άνθρωπο που δεν τον ενδιαφέρει το θαύμα της ζωής,
τι ενδιαφέρον να του προκαλέσει η λύτρωση του Θανάτου?
June 4, 2015
Και με αφορμή ακόμη ένα κοντινό μου πρόσωπο που αποδήμησε τις προάλλες: Πρέπει να καταπολεμάς και να εξουδετερώνεις τους εσωτερικούς σου δαίμονες. Αν αντ' αυτού προσπαθήσεις να συμφιλιωθείς μαζί τους και τους αγκαλιάσεις, να 'σαι σίγουρος, θα σ' αγκαλιάσουν κι εκείνοι. Κι έπειτα είναι αδιανόητα δύσκολο να ξεφύγεις απ' τον σφιχτό τους κλοιό.
May 22, 2015
Misogyny
~The post is a work of fiction. It does not represent myself or anyone living~
I had many sex partners despite my youth.
If I'm 24 years old, then the guys I've been with, are twice my age in number.
I love the cock. I hate the cock. I even want a cock myself.
I've fucked with poets, with artists.
I've fucked with revolutioners.
I've fucked with policemen.
I've fucked with virgin perverts in puberty and with sinful perverts at middle-age.
I've fucked with happy people and with depressive ones.
And the only thing I kept from them, is the bitter taste of disgust in the end of my tongue every time they layed their bodies on mine and a single tear in the end of my eye when the pleasure and the delightfull rapture after the orgasm was gone. It's funny when I think about what a pal once told me: That, periphrastically, the orgasm in french is called "la petite mort" which referes to "the little death".
That was all I ever craved from them. That little death. The more depressed I was the more intense the orgasm.
Instead, they yearned all kinds of different things.
The poets desired inspiration. The artists the lack of loneliness.
The young desired experience and the old desired reassurance.
Some of them loved me. Some of them thought they did. They actually hated me. They could not keep up with who I am, they were possessive -and it's not in my nature to be owned.
But I could not keep up with all of them, either. Especially with the ones that tended to be more social. The ones that insisted on talking and asking about me, because eventually they would try to show me their affection. So I just interrupt their monologue in the early begining, stroking them gently 'till they become silent again, 'till their manhood starts to grow.
It's strange how much I enjoy this ecstatic sensation of sex and yet when it's over I'm left completely disgusted and eternally unsatisfied, filled with self-hatred and shame. People say you cannot get the whole aspect and pleasure of sex without the element of love. Well, when it comes to me, the element of love shuts down the pleasure. If I develop romantic feelings for someone I'm no longer sexually attracted to them.
There's nothing gentle and there's no love for me in sex. So that's why I compare it with a powerfull drug. It's like the first time I did heroin. When you inject it, in the begining, when the drug hits your blood, it feels like floating while falling, and then just imagine the best orgasms you've ever had, put them in line, and let them last for a couple of hours. That's how it feels. And then, the sensation goes awfully off. It leaves you completely alone with the niddle still attached to your vein, reminding you the only thing that's left. Detestation and loathing towards yourself.
That's heroin.
That's sex.
That's la petite mort of mine.
March 26, 2015
THE MORE I THINK OF YOU, THE MORE I HATE US
Πριν κάνα χρόνο, την τελευταία φορά που σε είδα και σε ρώτησα γιατί ταξιδεύεις από δω κι απο κει, μου είπες ότι έτσι είναι όταν δεν έχεις σπίτι και ότι θα έπρεπε να νιώθω κι εγώ το ιδιο.
Έβγαζε νόημα μιας και εδώ δεν είχες δικό σου σπίτι και παρασιτούσες σε άλλους. Εγώ έχω δικό μου σπίτι εδώ το οποίο θα κρατήσω λιγότερο από χρόνο. Αργότερα αντιλήφθηκα ότι και το σπίτι που μεγάλωσα δεν το νιώθω πια σπίτι μου. Το δωμάτιό μου έχει παραχωρηθεί σε άλλον και μένω σε ένα δωμάτιο που διαθέτει ένα κρεβάτι και μια ντουλάπα. Το δωμάτιο δεν το νιώθω δικό μου, τα βιβλία μου δεν μυρίζουν το ίδιο και τα λούτρινα αρκουδάκια μου με κοιτάζουν μίζερα και σκονισμένα, έτσι παραπεταμένα και στοιβαγμένα σε μια γωνία. Το μονο που μαρτυρεί την παρουσία μου στο σπίτι, είναι δυο φωτογραφίες μου στο σαλόνι, που -μεταξύ μας- η μία είναι τραγική.
Έπειτα με ρώτησες εσύ γιατί τριγυρνάω κι εγώ με τη σειρά μου, και σου είπα ότι το κάνω όταν πεθαίνω. Απο βαρεμάρα.
Και θυμήθηκα τότε που συζητούσαμε ότι η ζωηρή φαντασία μοιάζει με τη στιγμή του θανάτου, εάν την έχεις στο μυαλό σου σαν ένα συνονθύλευμα από όμορφες εικόνες. Δε γεύεσαι, δε μυρίζεις, δεν ακούς, δεν αγγίζεις. Μόνο βλέπεις. Λυπήθηκα αναλογιζόμενη ότι λίγο πριν πεθάνεις θα είσαι τρομοκρατημένος, σκεπτόμενη τη διαταραγμένη φαντασία που διαθέτεις (κακομοίρη). Εγώ μάλλον θα πεθάνω μπερδεμένη, μιας και τελευταία η φαντασία μου μοιάζει με πίνακα του Πικάσο την εποχή που προσπαθούσε να ζωγραφίσει όπως ένα παιδί.
Αργότερα σε ρώτησα αν θα ξαναγυρίσεις και μου είπες ότι αν σ' αγαπούσα, λιγάκι, θα γυρνούσες.
Ίσως και να μπορούσα να σ' αγαπήσω. Εάν σε γνώριζα. Και είναι αστείο αν σκεφτείς πόσο χλεύαζες παλιότερα τα ατέλειωτα, ρομαντικά μου λογύδρια πάνω στον έρωτα και την αγάπη, συνιστώντας μου να πάψω να διαβάζω πολύ Μαρκέζ ή τουλάχιστον όσα διαβάζω να τα κάνω και πράξη.
Φυσικά και θα μπορούσα να σ' αγαπήσω. Ταιριάζουμε.
Ίσως να μην είσαι τόσο μονογαμικός όπως λες, αλλά δεν πειράζει εγώ θα σ' αγαπούσα. Δεν με ενοχλεί η σαρκική απιστία -με ενοχλεί η συναισθηματική.
Εγώ δεν είμαι τόσο ρεαλίστρια όσο εσύ βέβαια.
Και οπτικά σου αναλογεί μια όμορφη κοπέλα.
Αλλά έχουμε την ίδια παλαβομάρα.
Έχουμε τις ίδιες μπογιές στη ψυχή.
Εσύ έχεις ταλέντο στη ζωγραφική.
Εγώ έχω βιβλία. Εσένα σ' αρέσει που έχω βιβλία.
Εσύ χρειάζεσαι πολύ αγάπη. Εγώ χρειάζομαι λίγη.
Δε νομίζω να είχαμε αυτό που παρουσιάζεται ως "σχέση". Θα ήμασταν πιο κοντά στο "καρικατούρα σχέσης". Αλλά δε θα μας ενοχλούσε. Γιατί θα είχε πλάκα, θα το θέλαμε και θα ταίριαζε στον χαρακτήρα μας.
Ωστόσο θα ήταν άδικο να σε βάλω σ' αυτό το τρυπάκι. Δεν θα μπορούσα να σου δείξω ποτέ την αγάπη μου, διότι θα έμπαινες στη διαδικασία να σκεφτείς ότι θα ήμουν ικανή να στη δώσω. Πράγμα που δεν θα γινόταν γιατί ήμουν/είμαι αλλού, εντελώς και αμετάκλητα αλλού, αλλά νιώθω άβολα και δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες, οπότε θα αφήσω τα ψεγάδια έρωτα να αιωρούνται αποκλειστικά στον τίτλο.
Πριν φύγεις σε ρώτησα που μπορώ να σε βρω και μου έχωσες ένα χαρτάκι στην τσέπη.
Μου λείπει η παρέα σου και το μόνο που διαθέτω είναι μια τσαλακωμένη απόδειξη από ένα περίπτερο που από πίσω γράφει την διεύθυνση και το όνομα από ένα μαγαζί στα Εξάρχεια, και επειδή σε ξέρω λιγάκι, υποψιάζομαι ότι είναι ένα πεταμένο μπαρ με φτηνό αλκοόλ στο οποίο συχνάζεις.
Ή στη χειρότερη ένα κωλόμπαρο.
Έβγαζε νόημα μιας και εδώ δεν είχες δικό σου σπίτι και παρασιτούσες σε άλλους. Εγώ έχω δικό μου σπίτι εδώ το οποίο θα κρατήσω λιγότερο από χρόνο. Αργότερα αντιλήφθηκα ότι και το σπίτι που μεγάλωσα δεν το νιώθω πια σπίτι μου. Το δωμάτιό μου έχει παραχωρηθεί σε άλλον και μένω σε ένα δωμάτιο που διαθέτει ένα κρεβάτι και μια ντουλάπα. Το δωμάτιο δεν το νιώθω δικό μου, τα βιβλία μου δεν μυρίζουν το ίδιο και τα λούτρινα αρκουδάκια μου με κοιτάζουν μίζερα και σκονισμένα, έτσι παραπεταμένα και στοιβαγμένα σε μια γωνία. Το μονο που μαρτυρεί την παρουσία μου στο σπίτι, είναι δυο φωτογραφίες μου στο σαλόνι, που -μεταξύ μας- η μία είναι τραγική.
Έπειτα με ρώτησες εσύ γιατί τριγυρνάω κι εγώ με τη σειρά μου, και σου είπα ότι το κάνω όταν πεθαίνω. Απο βαρεμάρα.
Και θυμήθηκα τότε που συζητούσαμε ότι η ζωηρή φαντασία μοιάζει με τη στιγμή του θανάτου, εάν την έχεις στο μυαλό σου σαν ένα συνονθύλευμα από όμορφες εικόνες. Δε γεύεσαι, δε μυρίζεις, δεν ακούς, δεν αγγίζεις. Μόνο βλέπεις. Λυπήθηκα αναλογιζόμενη ότι λίγο πριν πεθάνεις θα είσαι τρομοκρατημένος, σκεπτόμενη τη διαταραγμένη φαντασία που διαθέτεις (κακομοίρη). Εγώ μάλλον θα πεθάνω μπερδεμένη, μιας και τελευταία η φαντασία μου μοιάζει με πίνακα του Πικάσο την εποχή που προσπαθούσε να ζωγραφίσει όπως ένα παιδί.
Αργότερα σε ρώτησα αν θα ξαναγυρίσεις και μου είπες ότι αν σ' αγαπούσα, λιγάκι, θα γυρνούσες.
Ίσως και να μπορούσα να σ' αγαπήσω. Εάν σε γνώριζα. Και είναι αστείο αν σκεφτείς πόσο χλεύαζες παλιότερα τα ατέλειωτα, ρομαντικά μου λογύδρια πάνω στον έρωτα και την αγάπη, συνιστώντας μου να πάψω να διαβάζω πολύ Μαρκέζ ή τουλάχιστον όσα διαβάζω να τα κάνω και πράξη.
Φυσικά και θα μπορούσα να σ' αγαπήσω. Ταιριάζουμε.
Ίσως να μην είσαι τόσο μονογαμικός όπως λες, αλλά δεν πειράζει εγώ θα σ' αγαπούσα. Δεν με ενοχλεί η σαρκική απιστία -με ενοχλεί η συναισθηματική.
Εγώ δεν είμαι τόσο ρεαλίστρια όσο εσύ βέβαια.
Και οπτικά σου αναλογεί μια όμορφη κοπέλα.
Αλλά έχουμε την ίδια παλαβομάρα.
Έχουμε τις ίδιες μπογιές στη ψυχή.
Εσύ έχεις ταλέντο στη ζωγραφική.
Εγώ έχω βιβλία. Εσένα σ' αρέσει που έχω βιβλία.
Εσύ χρειάζεσαι πολύ αγάπη. Εγώ χρειάζομαι λίγη.
Δε νομίζω να είχαμε αυτό που παρουσιάζεται ως "σχέση". Θα ήμασταν πιο κοντά στο "καρικατούρα σχέσης". Αλλά δε θα μας ενοχλούσε. Γιατί θα είχε πλάκα, θα το θέλαμε και θα ταίριαζε στον χαρακτήρα μας.
Ωστόσο θα ήταν άδικο να σε βάλω σ' αυτό το τρυπάκι. Δεν θα μπορούσα να σου δείξω ποτέ την αγάπη μου, διότι θα έμπαινες στη διαδικασία να σκεφτείς ότι θα ήμουν ικανή να στη δώσω. Πράγμα που δεν θα γινόταν γιατί ήμουν/είμαι αλλού, εντελώς και αμετάκλητα αλλού, αλλά νιώθω άβολα και δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες, οπότε θα αφήσω τα ψεγάδια έρωτα να αιωρούνται αποκλειστικά στον τίτλο.
Πριν φύγεις σε ρώτησα που μπορώ να σε βρω και μου έχωσες ένα χαρτάκι στην τσέπη.
Μου λείπει η παρέα σου και το μόνο που διαθέτω είναι μια τσαλακωμένη απόδειξη από ένα περίπτερο που από πίσω γράφει την διεύθυνση και το όνομα από ένα μαγαζί στα Εξάρχεια, και επειδή σε ξέρω λιγάκι, υποψιάζομαι ότι είναι ένα πεταμένο μπαρ με φτηνό αλκοόλ στο οποίο συχνάζεις.
Ή στη χειρότερη ένα κωλόμπαρο.
March 25, 2015
Drink up to the bad days, the GOOD nights
Ξυπνάω εξαντλημένη και δίχως στάλα όρεξης. Ξυπνάω στο ίδιο κρεβάτι, στο ίδιο σπίτι. Βλέπω τα ίδια πράγματα, τα ίδια μίζερα φώτα να φωτίζουν με τις αρρωστημένες αχτίδες τους την ίδια στάση λεωφορείου, τα ίδια φριχτά μαγαζιά του νησιού, που είναι καρμπόν το ένα με το άλλο, και στο μόνο που διαφέρουν είναι η ονομασία, τους ίδιους ανθρώπους ξανά και ξανά, από ανιαρούς συμφοιτητές μέχρι και το κοριτσάκι που είχαμε χτυπήσει με το αυτοκίνητο στο πρώτο έτος και θα το δω τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα (γέλια).
Πνίγομαι.
Θέλω να μαζέψω πάλι όσα χρήματα μου αναλογούν και να τα σπαταλήσω σε ταξιδάκια στο νησί όπως παλιά. Σε περιπλανήσεις στα άλση. Σε μακρινούς ψαρότοπους και όμορφα καφενεδάκια στα σοκάκια των χωριών. Σε άπειρες βόλτες στην Καβάλα και την Ξάνθη. Σε ξέφρενους χορούς στην Αθήνα. Να μιλήσω με ψαράδες στον Μόλυβο, με ηλικιωμένους στην Αγιάσο, με μικροπωλητές στο Μοναστηράκι, με περιπλανώμενους καλλιτέχνες στη Ζάκυνθο, με τρελούς τουρίστες στα βαπόρια, με τσιγγάνους μουσικούς στα χαμομάγαζα και τις πλατείες. Να γνωρίζω πάλι ανθρώπους που έχουν να μου πουν κάτι διαφορετικό, που μοιράζονται τις ιστορίες τους μαζί μου και με εξιτάρουν συνεχώς, με κρατάνε σε ένταση, αναψοκοκκινισμένη, δίχως να σκέφτομαι πολύ -γιατί όταν σκέφτομαι πολύ δεν μου κάνει καλό, ανθρώπους που με εμπνέουν να γράψω και να εκφραστώ -διότι τώρα δεν μπορώ.
Οι σκέψεις μου είναι ένα μπλεγμένο κουβάρι και δεν μπορώ να εκφραστώ λόγω έλλειψης διαύγειας.
Και δεν έχω διαύγεια διότι προσπαθώ επί ματαίω να κρατήσω ισορροπίες όσον αφορά τους ανθρώπους που νοιάζομαι και τις ευθύνες που μου αναλογούν, που έχουν υψωθεί μπροστά μου σαν τον πύργο της Βαβέλ και καλούμαι να τον κρατήσω όρθιο.
Στην προσπάθειά μου να είμαι σωστή και συνεπής, νιώθω να κινούμαι αργά, μετρώντας σταθερά το κάθε μου βήμα, ενώ στην πραγματικότητα μένω στάσιμη κρατώντας την ψυχική μου ηρεμία στα τρεμάμενα χέρια μου σαν ξέχειλο ποτήρι, αγωνιώντας συνεχώς μη χυθεί.
Κουράστηκα. Θέλω να το ρίξω, να το σπάσω, χίλια κομμάτια να το κάνω, κι έπειτα να πάρω ένα άλλο, να το γεμίσω κρασί και να το πιω. Και μετά να πω "δε γαμιέται".
Και ποιος ξέρει, έτσι κι αλλιως, ό,τι καταρρέει έχει την τάση να χτίζεται καλύτερα, απ' την αρχή.
Πνίγομαι.
Θέλω να μαζέψω πάλι όσα χρήματα μου αναλογούν και να τα σπαταλήσω σε ταξιδάκια στο νησί όπως παλιά. Σε περιπλανήσεις στα άλση. Σε μακρινούς ψαρότοπους και όμορφα καφενεδάκια στα σοκάκια των χωριών. Σε άπειρες βόλτες στην Καβάλα και την Ξάνθη. Σε ξέφρενους χορούς στην Αθήνα. Να μιλήσω με ψαράδες στον Μόλυβο, με ηλικιωμένους στην Αγιάσο, με μικροπωλητές στο Μοναστηράκι, με περιπλανώμενους καλλιτέχνες στη Ζάκυνθο, με τρελούς τουρίστες στα βαπόρια, με τσιγγάνους μουσικούς στα χαμομάγαζα και τις πλατείες. Να γνωρίζω πάλι ανθρώπους που έχουν να μου πουν κάτι διαφορετικό, που μοιράζονται τις ιστορίες τους μαζί μου και με εξιτάρουν συνεχώς, με κρατάνε σε ένταση, αναψοκοκκινισμένη, δίχως να σκέφτομαι πολύ -γιατί όταν σκέφτομαι πολύ δεν μου κάνει καλό, ανθρώπους που με εμπνέουν να γράψω και να εκφραστώ -διότι τώρα δεν μπορώ.
Οι σκέψεις μου είναι ένα μπλεγμένο κουβάρι και δεν μπορώ να εκφραστώ λόγω έλλειψης διαύγειας.
Και δεν έχω διαύγεια διότι προσπαθώ επί ματαίω να κρατήσω ισορροπίες όσον αφορά τους ανθρώπους που νοιάζομαι και τις ευθύνες που μου αναλογούν, που έχουν υψωθεί μπροστά μου σαν τον πύργο της Βαβέλ και καλούμαι να τον κρατήσω όρθιο.
Στην προσπάθειά μου να είμαι σωστή και συνεπής, νιώθω να κινούμαι αργά, μετρώντας σταθερά το κάθε μου βήμα, ενώ στην πραγματικότητα μένω στάσιμη κρατώντας την ψυχική μου ηρεμία στα τρεμάμενα χέρια μου σαν ξέχειλο ποτήρι, αγωνιώντας συνεχώς μη χυθεί.
Κουράστηκα. Θέλω να το ρίξω, να το σπάσω, χίλια κομμάτια να το κάνω, κι έπειτα να πάρω ένα άλλο, να το γεμίσω κρασί και να το πιω. Και μετά να πω "δε γαμιέται".
Και ποιος ξέρει, έτσι κι αλλιως, ό,τι καταρρέει έχει την τάση να χτίζεται καλύτερα, απ' την αρχή.
March 21, 2015
Dear Diary
Πριν ξεκινήσετε να διαβάζετε το κείμενο, θέλω να αδειάσετε το μυαλό σας τελείως. Δεν είναι ένα ποίημα, ούτε ένα όμορφο δοκίμιο που θα αλλάξει κάτι μέσα σας ή στη ζωή σας. Θέλω να αδειάσετε το νου σας και τη μνήμη σας, διότι αυτό το κείμενο είναι μια μετεμψύχωση. Θέλω να φανταστείτε τον εαυτό σας στη θέση μου και να τον εναποθέσετε ακριβώς εκεί, γεμίζοντας το σώμα σας με το είναι μου και την ψυχή μου. Διαβάστε αργά την κάθε πρόταση, δημιουργώντας εικόνες και αναμνήσεις όσο πιο πολύ μπορείτε.
Το όνομά μου είναι Λήδα. Το πήρα απ' τη γιαγιά μου, απ' τη μεριά της μητέρας μου. Έχω λίγες αναμνήσεις από εκείνη, μας άφησε όταν ήταν αρκετά νέα. Αν κλείσω τα μάτια μου δυνατά μπορώ να δω το γλυκό της χαμόγελο καθώς απλώνει ασπροσέντονα στην αυλή, με τον ανοιξιάτικο αέρα να τα ανεμίζει ελαφρώς και τον πρωινό ήλιο στο βάθος να φωτίζει τη λεπτεπίλεπτη φιγούρα της. Θυμάμαι την έντονη μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού που ανέδυαν τα μακριά, γκρίζα μαλλιά της κάθε φορά που έμπαινε στο δωμάτιό μου στο χωριό και ξάπλωνα το κεφάλι μου στον ώμο της για να μου διαβάσει ένα παραμύθι. Είναι απ' τις πιο δυνατές και όμορφες αναμνήσεις μου. Ίσως να είναι και η μόνη δυνατή και όμορφη ανάμνηση που διαθέτω.
Έχω πράσινα μάτια, λευκό δέρμα ζωγραφισμένο με σκόρπιες φακίδες και πυρόξανθα μαλλιά. Αυτά τα πήρα απ' τη μητέρα μου. Μια όμορφη, δυναμική γυναίκα, που τα βγάζει πέρα έχοντας όλο το πακέτο, παιδιά καριέρα, ερωτική ζωή. Ήταν καλή μητέρα και καλή επαγγελματίας. Είναι ο άνθρωπος που κανείς δεν έχει παράπονο απ' αυτόν. Ο μόνος που πιστεύει ότι δεν ειναι αρκετά καλή ειναι εκεινη. Είναι άπληστη και ματαιόδοξη. Είχα διαβάσει κάπου ότι ο άνθρωπος χωρίς να έχει "θέλω" δεν έχει ζωή, νεκρώνεται. Η μητέρα μου είναι το αντίθετο. Θέλει, θέλει, θέλει συνεχώς και προσπαθεί να φτάσει όλο και παραπέρα αναμένοντας έναν κάποιον μεγάλο θρίαμβο στη ζωή της ο οποίος δεν έρχεται ποτέ. Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά να αστειεύεται λέγοντας πώς με ονόμασε έτσι όχι λόγω της γιαγιάς μου, αλλά λόγω της μυθολογικής Λήδας, της μητέρας της ωραίας Ελένης της Σπάρτης, σαν συμβολισμός "το άτομο που γεννά την Ομορφιά". Αρκετά οξύμωρο τώρα που σκέφτομαι τον εαυτό μου.
Έχω κατάθλιψη. Αυτό το πήρα απ' τον πατέρα μου. Ούτε εκείνον τον γνώρισα πολύ αλλά ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, ωστόσο. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε στα παιδικά μου μάτια, όταν παίζαμε κυνηγητό στην αυλή του σπιτιού κι έτρεχα, μισό μέτρο ύψος κοριτσάκι, φορώντας μόνο τη μια κάλτσα μου στο πόδι. Το γέλιο του ήταν σίγουρο και δυνατό και έφτανε ως τα μάτια του, με τις ρυτίδες έκφρασης ν' αγκαλιάζουν στοργικά του περίγραμμά τους. Λίγοι άνθρωποι γελάνε μέχρι τα μάτια. Έτσι ξεχωρίζεις αυτούς που γελούν αληθινά. Έπειτα ήρθε μια στιγμή, ένα ξημέρωμα Σαββάτου που είχα ξυπνήσει από έναν εφιάλτη και τρύπωσα στο δωμάτιο των γονιών μου για να μπω ανάμεσά τους κάτω απ' τα ζεστά σκεπάσματα. Εκείνος είχε ήδη ξυπνήσει και στεκόταν όρθιος κοιτάζοντας έξω απ' το μπαλκόνι την όμορφη παλέτα τ' ουρανού, έτσι όπως παίζουν οι αποχρώσεις του μπλε και του κόκκινου, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος. Ξάπλωσα δίπλα στη μητέρα μου και αποκοιμήθηκα κοιτάζοντάς τον να αγναντεύει τον κόσμο. Και όταν ξύπνησα, δεν ήταν πια εκεί. Θα μπορούσα να σας πω ότι μας παράτησε και έφυγε μακριά. Ή ότι αυτοκτόνησε. Ή ότι διένυε το τελευταίο στάδιο του καρκίνου που τον βασάνιζε και τελικά τον σκότωσε. Αλλά δεν έχει σημασία ποια είναι η αλήθεια.
Τα εφηβικά μου χρόνια ήταν δύσκολα και πυροδότησαν έναν φαύλο κύκλο κακού ψυχισμού. Οι συμμαθητές μου με θεωρούσαν περίεργη, οπότε με έκαναν να αισθάνομαι περίεργη. Αργότερα με θεωρούσαν άσχημη. Και με την ελευθερία του λόγου που έχουν όλοι σαν κατοχυρωμένο δικαίωμα, δεν έχαναν ευκαιρία να το εκφράζουν. Η εφηβεία δεν με κολάκευε ιδιαίτερα βλέπετε. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να με βρίσουν. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να με φτύσουν. Κυριολεκτικά. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να το γράφει επάνω το θρανίο μου. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να με χτυπήσουν. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να μου βγάλουν με τη βία τα ρούχα μου και να με ξεφτιλίσουν.
Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών.
Δεν μπορούσα να το πω στη μητέρα μου, γιατί ντρεπόμουν. Δεν ήθελα να ξέρει ότι είναι το δικό της παιδί που κοροιδεύουν στο σχολείο. Δεν μπορούσα να το πω στους φίλους μου, γιατί δεν είχα. Το είχα πει σε μια εκπαιδευτικό που με τη σοφία και την παιδεία που την διακατείχαν με συμβούλεψε να μη δίνω σημασία και στο τέλος θα βαρεθούν. Όχι αγαπητοί αναγνώστες. Οι έφηβοι δε βαριούνται. Οι έφηβοι οργίζονται παραπάνω.
Έπειτα ακολούθησε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας και κάτι χιλιάδες συνεδριάσεις με ψυχολόγους που με ανάγκασε η μητέρα μου να παρευρεθώ, ωστόσο δεν απέδωσαν γιατί αρνιόμουν κατηγορηματικά να μιλήσω με τους ψυχολόγους. Μετά από πέντε διαφορετικούς ψυχοθεραπευτές και ατέλειωτες ώρες νεκρικής σιγής από μέρους μου, η μητέρα μου σταμάτησε την προσπάθεια. Τότε μόνο συνεργάστηκα. Όταν με άφησε να επιλέξω μόνη μου. Η διάγνωση ήταν κλινική κατάθλιψη. Όπως ακριβώς και ο πατέρας μου.
Στα δεκαεφτά μου, όταν η εφηβική ακμή με είχε εγκαταλείψει όπως και οι προσομοιώσει βάρους, και τραβούσα με ευκολία τα βλέμματα του αντίθετου φύλου, κατάλαβα ότι δεν είμαι άσχημη. Το κατάλαβα εγκεφαλικά δηλαδή, όχι συναισθηματικά. Κοιτούσα στον καθρέφτη και έβλεπα μια όμορφη, νέα κοπέλα. Ωστόσο στο μέρος του εγκεφάλου μου, εκεί που δημιουργούνται τα συναισθήματα, η λέξη "άσχημη" συνέχισε να στρυφογυρνάει συνέχεια. Φανταστείτε το σαν μια σβούρα που αγνοεί τους νόμους της φύσης και συνεχίζει να σβουρίζει ακούραστα, ακατάπαυστα αρνούμενη να κόψει ταχύτητα και να πέσει ευλαβικά στο πλάι. Δεν μπορείς να μην το σκέφτεται, γιατί είναι πάντα εκεί, εξουθενωτικό κι ακούραστο. Όπως ακριβώς και όλη η έννοια της κατάθλιψης.
Η πρώτη μου σεξουαλική εμπειρία λοιπόν, ήταν γύρω σ' αυτήν την ηλικία. Δεν ήταν καμία σεξουαλική ορμή αυτό που με ώθησε, ήταν πιο πολύ αγνή περιέργεια. Φοιτητής, τον γνώριζα λίγες ώρες, πήγαμε σπίτι του, μέσα-έξω, πόνος, αυτά. Όταν κατάλαβε ότι ήταν η πρώτη μου φορά, ζήτησε συγνώμη, και ακολούθησε η δεύτερη φορά που ήταν πιο τρυφερός. Δεν μου έκανε καμία διαφορά. Ανηδονία. Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα. Έπειτα ακολούθησαν κι άλλες φορές, η μία πιο αδιάφορη απ' την άλλη, οι άντρες άλλοι πιο συναισθηματικοί, άλλοι όχι, δεν μου δημιούργησαν ποτε κανένα απολύτως συναίσθημα πέραν της λύπησης και της αυτολύπησης.
Όταν τα έβγαλα πέρα με τις Πανελλήνιες είχα ήδη αποφασίσει ότι θέλω να γίνω ψυχολόγος. Δεν είχα τόσο καλές εμπειρίες με το επάγγελμα, ωστόσο είχα το σύνδρομο του Θεού και μια ανάγκη να βοηθήσω άλλους ανθρώπους και να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Έτσι κι έγινε. Είμαι φοιτήτρια ψυχολογίας, τεταρτοετής και έπειτα από άπειρες διαλέξεις, εθελοντισμό και πρακτική σε κλινική είμαι αποφασισμένη να μη βρω δουλειά σαν ψυχοθεραπευτής. Όσο πιο μακριά γίνεται να είμαι από εκείνους. Εκείνους που μου μοιάζουν. Δεν ξέρω αν κατάφερα να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου ή αν απλά γέμισα με παραπάνω ερωτήματα.
Τώρα θέλω να αναλογιστείτε το ποια είμαι. Ξέρετε πάνω-κάτω την ιστορία της ζωής μου, αλλά αν βρισκόμουν απέναντί σας και μιλούσαμε -ή όπως σας προέτρεψα αρχικά, και ήμουν μέσα σας, ήμουν εσείς -θα με αναγνωρίζατε?
Είμαι η Λήδα και έχω κατάθλιψη. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που έχεις, δεν καθορίζει το ποιος είσαι. Οπότε αλλάζω την πρότασή μου.
Είμαι η Λήδα και είμαι κατάθλιψη.
Έχουμε γίνει ένα.
Ένα μαύρο πέπλο εξουθένωσης, κούρασης, θλίψης. Ένα χάπι την ημέρα. Και ένα χάπι το βράδυ. Ζώντας στην Ελλάδα της απόγνωσης όπως τόσοι άλλοι γύρω μου.
Όχι, δεν θα με αναγνωρίζατε. Και πώς να με αναγνωρίσετε άλλωστε.
Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας μου διαστρεβλώνονται απ' τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Όταν παίρνω την φαρμακευτική μου αγωγή διαστρεβλώνονται απ' αυτήν.
Δεν ξέρω αν είμαι όντως ντροπαλή. Δεν ξέρω αν είμαι όντως ευέξαπτη. Δεν ξέρω ποιες δραστηριότητες όντως μισώ και ποιες απλά δεν μου προκαλούν χαρά λόγω κατάθλιψης.
Δεν ξέρω ποια είμαι, προσπαθήστε να ταυτιστείτε μ' αυτό κι ας μην το θέλετε πραγματικά.
Θέλω να διοχετεύσετε όλο το άγχος και τη αγωνία και το δέος του φόβου που νιώθει κανείς όταν έχει ολότελα χαθεί, όταν δεν έχει ταυτότητα.
Θέλω να νιώσετε πώς είναι να σας λείπει, αυτό που μου λείπει πιο πολύ από τότε που ήμουν παιδί.
Να ξυπνάω το πρωί και να θέλω να ζήσω.
Να μην κοιτάζω την ανατολή του ηλίου, όπως την κοίταζε ο πατέρας μου.
Το όνομά μου είναι Λήδα. Το πήρα απ' τη γιαγιά μου, απ' τη μεριά της μητέρας μου. Έχω λίγες αναμνήσεις από εκείνη, μας άφησε όταν ήταν αρκετά νέα. Αν κλείσω τα μάτια μου δυνατά μπορώ να δω το γλυκό της χαμόγελο καθώς απλώνει ασπροσέντονα στην αυλή, με τον ανοιξιάτικο αέρα να τα ανεμίζει ελαφρώς και τον πρωινό ήλιο στο βάθος να φωτίζει τη λεπτεπίλεπτη φιγούρα της. Θυμάμαι την έντονη μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού που ανέδυαν τα μακριά, γκρίζα μαλλιά της κάθε φορά που έμπαινε στο δωμάτιό μου στο χωριό και ξάπλωνα το κεφάλι μου στον ώμο της για να μου διαβάσει ένα παραμύθι. Είναι απ' τις πιο δυνατές και όμορφες αναμνήσεις μου. Ίσως να είναι και η μόνη δυνατή και όμορφη ανάμνηση που διαθέτω.
Έχω πράσινα μάτια, λευκό δέρμα ζωγραφισμένο με σκόρπιες φακίδες και πυρόξανθα μαλλιά. Αυτά τα πήρα απ' τη μητέρα μου. Μια όμορφη, δυναμική γυναίκα, που τα βγάζει πέρα έχοντας όλο το πακέτο, παιδιά καριέρα, ερωτική ζωή. Ήταν καλή μητέρα και καλή επαγγελματίας. Είναι ο άνθρωπος που κανείς δεν έχει παράπονο απ' αυτόν. Ο μόνος που πιστεύει ότι δεν ειναι αρκετά καλή ειναι εκεινη. Είναι άπληστη και ματαιόδοξη. Είχα διαβάσει κάπου ότι ο άνθρωπος χωρίς να έχει "θέλω" δεν έχει ζωή, νεκρώνεται. Η μητέρα μου είναι το αντίθετο. Θέλει, θέλει, θέλει συνεχώς και προσπαθεί να φτάσει όλο και παραπέρα αναμένοντας έναν κάποιον μεγάλο θρίαμβο στη ζωή της ο οποίος δεν έρχεται ποτέ. Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά να αστειεύεται λέγοντας πώς με ονόμασε έτσι όχι λόγω της γιαγιάς μου, αλλά λόγω της μυθολογικής Λήδας, της μητέρας της ωραίας Ελένης της Σπάρτης, σαν συμβολισμός "το άτομο που γεννά την Ομορφιά". Αρκετά οξύμωρο τώρα που σκέφτομαι τον εαυτό μου.
Έχω κατάθλιψη. Αυτό το πήρα απ' τον πατέρα μου. Ούτε εκείνον τον γνώρισα πολύ αλλά ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, ωστόσο. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε στα παιδικά μου μάτια, όταν παίζαμε κυνηγητό στην αυλή του σπιτιού κι έτρεχα, μισό μέτρο ύψος κοριτσάκι, φορώντας μόνο τη μια κάλτσα μου στο πόδι. Το γέλιο του ήταν σίγουρο και δυνατό και έφτανε ως τα μάτια του, με τις ρυτίδες έκφρασης ν' αγκαλιάζουν στοργικά του περίγραμμά τους. Λίγοι άνθρωποι γελάνε μέχρι τα μάτια. Έτσι ξεχωρίζεις αυτούς που γελούν αληθινά. Έπειτα ήρθε μια στιγμή, ένα ξημέρωμα Σαββάτου που είχα ξυπνήσει από έναν εφιάλτη και τρύπωσα στο δωμάτιο των γονιών μου για να μπω ανάμεσά τους κάτω απ' τα ζεστά σκεπάσματα. Εκείνος είχε ήδη ξυπνήσει και στεκόταν όρθιος κοιτάζοντας έξω απ' το μπαλκόνι την όμορφη παλέτα τ' ουρανού, έτσι όπως παίζουν οι αποχρώσεις του μπλε και του κόκκινου, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος. Ξάπλωσα δίπλα στη μητέρα μου και αποκοιμήθηκα κοιτάζοντάς τον να αγναντεύει τον κόσμο. Και όταν ξύπνησα, δεν ήταν πια εκεί. Θα μπορούσα να σας πω ότι μας παράτησε και έφυγε μακριά. Ή ότι αυτοκτόνησε. Ή ότι διένυε το τελευταίο στάδιο του καρκίνου που τον βασάνιζε και τελικά τον σκότωσε. Αλλά δεν έχει σημασία ποια είναι η αλήθεια.
Τα εφηβικά μου χρόνια ήταν δύσκολα και πυροδότησαν έναν φαύλο κύκλο κακού ψυχισμού. Οι συμμαθητές μου με θεωρούσαν περίεργη, οπότε με έκαναν να αισθάνομαι περίεργη. Αργότερα με θεωρούσαν άσχημη. Και με την ελευθερία του λόγου που έχουν όλοι σαν κατοχυρωμένο δικαίωμα, δεν έχαναν ευκαιρία να το εκφράζουν. Η εφηβεία δεν με κολάκευε ιδιαίτερα βλέπετε. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να με βρίσουν. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να με φτύσουν. Κυριολεκτικά. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να το γράφει επάνω το θρανίο μου. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να με χτυπήσουν. Ήμουν άσχημη, οπότε έπρεπε να μου βγάλουν με τη βία τα ρούχα μου και να με ξεφτιλίσουν.
Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών.
Δεν μπορούσα να το πω στη μητέρα μου, γιατί ντρεπόμουν. Δεν ήθελα να ξέρει ότι είναι το δικό της παιδί που κοροιδεύουν στο σχολείο. Δεν μπορούσα να το πω στους φίλους μου, γιατί δεν είχα. Το είχα πει σε μια εκπαιδευτικό που με τη σοφία και την παιδεία που την διακατείχαν με συμβούλεψε να μη δίνω σημασία και στο τέλος θα βαρεθούν. Όχι αγαπητοί αναγνώστες. Οι έφηβοι δε βαριούνται. Οι έφηβοι οργίζονται παραπάνω.
Έπειτα ακολούθησε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας και κάτι χιλιάδες συνεδριάσεις με ψυχολόγους που με ανάγκασε η μητέρα μου να παρευρεθώ, ωστόσο δεν απέδωσαν γιατί αρνιόμουν κατηγορηματικά να μιλήσω με τους ψυχολόγους. Μετά από πέντε διαφορετικούς ψυχοθεραπευτές και ατέλειωτες ώρες νεκρικής σιγής από μέρους μου, η μητέρα μου σταμάτησε την προσπάθεια. Τότε μόνο συνεργάστηκα. Όταν με άφησε να επιλέξω μόνη μου. Η διάγνωση ήταν κλινική κατάθλιψη. Όπως ακριβώς και ο πατέρας μου.
Στα δεκαεφτά μου, όταν η εφηβική ακμή με είχε εγκαταλείψει όπως και οι προσομοιώσει βάρους, και τραβούσα με ευκολία τα βλέμματα του αντίθετου φύλου, κατάλαβα ότι δεν είμαι άσχημη. Το κατάλαβα εγκεφαλικά δηλαδή, όχι συναισθηματικά. Κοιτούσα στον καθρέφτη και έβλεπα μια όμορφη, νέα κοπέλα. Ωστόσο στο μέρος του εγκεφάλου μου, εκεί που δημιουργούνται τα συναισθήματα, η λέξη "άσχημη" συνέχισε να στρυφογυρνάει συνέχεια. Φανταστείτε το σαν μια σβούρα που αγνοεί τους νόμους της φύσης και συνεχίζει να σβουρίζει ακούραστα, ακατάπαυστα αρνούμενη να κόψει ταχύτητα και να πέσει ευλαβικά στο πλάι. Δεν μπορείς να μην το σκέφτεται, γιατί είναι πάντα εκεί, εξουθενωτικό κι ακούραστο. Όπως ακριβώς και όλη η έννοια της κατάθλιψης.
Η πρώτη μου σεξουαλική εμπειρία λοιπόν, ήταν γύρω σ' αυτήν την ηλικία. Δεν ήταν καμία σεξουαλική ορμή αυτό που με ώθησε, ήταν πιο πολύ αγνή περιέργεια. Φοιτητής, τον γνώριζα λίγες ώρες, πήγαμε σπίτι του, μέσα-έξω, πόνος, αυτά. Όταν κατάλαβε ότι ήταν η πρώτη μου φορά, ζήτησε συγνώμη, και ακολούθησε η δεύτερη φορά που ήταν πιο τρυφερός. Δεν μου έκανε καμία διαφορά. Ανηδονία. Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα. Έπειτα ακολούθησαν κι άλλες φορές, η μία πιο αδιάφορη απ' την άλλη, οι άντρες άλλοι πιο συναισθηματικοί, άλλοι όχι, δεν μου δημιούργησαν ποτε κανένα απολύτως συναίσθημα πέραν της λύπησης και της αυτολύπησης.
Όταν τα έβγαλα πέρα με τις Πανελλήνιες είχα ήδη αποφασίσει ότι θέλω να γίνω ψυχολόγος. Δεν είχα τόσο καλές εμπειρίες με το επάγγελμα, ωστόσο είχα το σύνδρομο του Θεού και μια ανάγκη να βοηθήσω άλλους ανθρώπους και να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Έτσι κι έγινε. Είμαι φοιτήτρια ψυχολογίας, τεταρτοετής και έπειτα από άπειρες διαλέξεις, εθελοντισμό και πρακτική σε κλινική είμαι αποφασισμένη να μη βρω δουλειά σαν ψυχοθεραπευτής. Όσο πιο μακριά γίνεται να είμαι από εκείνους. Εκείνους που μου μοιάζουν. Δεν ξέρω αν κατάφερα να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου ή αν απλά γέμισα με παραπάνω ερωτήματα.
Τώρα θέλω να αναλογιστείτε το ποια είμαι. Ξέρετε πάνω-κάτω την ιστορία της ζωής μου, αλλά αν βρισκόμουν απέναντί σας και μιλούσαμε -ή όπως σας προέτρεψα αρχικά, και ήμουν μέσα σας, ήμουν εσείς -θα με αναγνωρίζατε?
Είμαι η Λήδα και έχω κατάθλιψη. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που έχεις, δεν καθορίζει το ποιος είσαι. Οπότε αλλάζω την πρότασή μου.
Είμαι η Λήδα και είμαι κατάθλιψη.
Έχουμε γίνει ένα.
Ένα μαύρο πέπλο εξουθένωσης, κούρασης, θλίψης. Ένα χάπι την ημέρα. Και ένα χάπι το βράδυ. Ζώντας στην Ελλάδα της απόγνωσης όπως τόσοι άλλοι γύρω μου.
Όχι, δεν θα με αναγνωρίζατε. Και πώς να με αναγνωρίσετε άλλωστε.
Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας μου διαστρεβλώνονται απ' τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Όταν παίρνω την φαρμακευτική μου αγωγή διαστρεβλώνονται απ' αυτήν.
Δεν ξέρω αν είμαι όντως ντροπαλή. Δεν ξέρω αν είμαι όντως ευέξαπτη. Δεν ξέρω ποιες δραστηριότητες όντως μισώ και ποιες απλά δεν μου προκαλούν χαρά λόγω κατάθλιψης.
Δεν ξέρω ποια είμαι, προσπαθήστε να ταυτιστείτε μ' αυτό κι ας μην το θέλετε πραγματικά.
Θέλω να διοχετεύσετε όλο το άγχος και τη αγωνία και το δέος του φόβου που νιώθει κανείς όταν έχει ολότελα χαθεί, όταν δεν έχει ταυτότητα.
Θέλω να νιώσετε πώς είναι να σας λείπει, αυτό που μου λείπει πιο πολύ από τότε που ήμουν παιδί.
Να ξυπνάω το πρωί και να θέλω να ζήσω.
Να μην κοιτάζω την ανατολή του ηλίου, όπως την κοίταζε ο πατέρας μου.
March 2, 2015
"Όλοι έχουμε ψυχολογικά μωρό μου"
Η πιο εκνευριστικά ηλιθιότατη φράση που έχω ακούσει τις τελευταίες ημέρες να την πιπιλάνε πολλοι.
Κοίτα να δεις πως πάει.
Όχι.
Δεν έχουμε όλοι ψυχολογικά. Όλοι έχουμε ορισμένους φόβους και ανασφάλειες. Ψυχολογικά έχουν οι άνθρωποι που η ψυχική τους υγεία δεν τους επιτρέπει να ανταπεξέλθουν στην καθημερινότητά τους. Ψυχολογικά δεν σου αφήνει ο γκόμενος που σε παράτησε και σε πλήγωσε, ψυχολογικά σου αφήνει ο γκόμενος που σε κακοποιούσε λεκτικά και σωματικά και τρεμεις να βγεις απ' το σπίτι σου και ν' αντικρίσεις καθρέφτη.
Υπάρχουν άνθρωποι που παθαίνουν κρίσεις πανικού/άγχους όταν βρίσκονται ανάμεσα σε πολλά άτομα. Υπάρχουν άνθρωποι που πλένονται μέχρι να βγει το δέρμα τους γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Υπάρχουν άνθρωποι που τρέμουν να ξαπλώσουν να κοιμηθούν διότι έχουν κρίσεις νυχτερινών τρόμων. Υπάρχουν άνθρωποι που πάσχουν από διάφορες διαταραχές της συμπεριφοράς ή της προσωπικότητας και είναι απίστευτα δύσκολο να ενταχτούν και να προσαρμοστούν σε μια κοινωνία διότι τα ψυχολογικά προβλήματα τους το καθιστούν αφάνταστα δύσκολο.
Και για να φέρω και ένα ελαφρύ παράδειγμα που είναι κοντά σε όλους μας λίγο πολυ -μιας και ο καρκίνος ειναι η νέα μάστιγα- πόσοι από όλους εμάς έχουν ζήσει κοντά σε κάποιο άτομο που κατάφερε και ξεπέρασε τον καρκίνο? Αρκετοί φαντάζομαι. Έχει κανείς αναλογιστεί τι τραύμα έχει αφήσει αυτή η ασθένεια σ' εκείνο το άτομο? Πέρα απ' την απόλυτη φρίκη της χημειοθεραπείας, που τον καθιστά για παραπάνω από χρόνο καθηλωμένο σε ένα κρεβάτι να ξερνάει το μέσα του, την αλωπεκία, την κατάθλιψη και όλα αυτά τα ωραία, έχει και τον απόλυτα δικαιολογημένο φόβο του ότι ίσως, πιθανό, να χάσει και τη ζωή του. Και τα ξεπερνάει όλα αυτά. Σωματικά. Διότι και αφού περάσει αυτόν το γολγοθά, ψυχικά έχει να περάσει κι άλλον, γιατί μια τραυματική εμπειρία δεν παύει έτσι απλά.
Τα ψυχολογικά προβλήματα δεν είναι τραγούδι της λανα ντελ ρει. Ούτε ο μυστήρια γοητευτικός καταθλιπτικός έφηβος μιας σειράς. Είναι μια πραγματική κόλαση, που μέσα της δεν χωράει τίποτα το μελαγχολικά ωραίο ή γοητευτικά περίεργο κι απόμακρο. Αυτό το κοινωνικό μοτίβο που ρομαντικοποιεί τα ψυχολογικά προβλήματα πρέπει κάποτε να σταματήσει. Διότι ευτελίζει τον αγώνα που δίνουν κάποια άτομα που, για να ανταπεξέλθουν, ορισμένες φορές υποβάλουν τον εαυτό τους σε φαρμακευτική αγωγή που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, επιφέρει παρενέργειες όπως η ναυτία, η αυπνία, η κεφαλαλγία και μηδενική όρεξη και σεξουαλική λίμπιντο.
Αν τα περνούσαν όλοι αυτά, τότε να δω πόσοι θα γράφανε στους τοίχους "όλοι έχουμε ψυχολογικά μωρό μου".
Κοίτα να δεις πως πάει.
Όχι.
Δεν έχουμε όλοι ψυχολογικά. Όλοι έχουμε ορισμένους φόβους και ανασφάλειες. Ψυχολογικά έχουν οι άνθρωποι που η ψυχική τους υγεία δεν τους επιτρέπει να ανταπεξέλθουν στην καθημερινότητά τους. Ψυχολογικά δεν σου αφήνει ο γκόμενος που σε παράτησε και σε πλήγωσε, ψυχολογικά σου αφήνει ο γκόμενος που σε κακοποιούσε λεκτικά και σωματικά και τρεμεις να βγεις απ' το σπίτι σου και ν' αντικρίσεις καθρέφτη.
Υπάρχουν άνθρωποι που παθαίνουν κρίσεις πανικού/άγχους όταν βρίσκονται ανάμεσα σε πολλά άτομα. Υπάρχουν άνθρωποι που πλένονται μέχρι να βγει το δέρμα τους γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Υπάρχουν άνθρωποι που τρέμουν να ξαπλώσουν να κοιμηθούν διότι έχουν κρίσεις νυχτερινών τρόμων. Υπάρχουν άνθρωποι που πάσχουν από διάφορες διαταραχές της συμπεριφοράς ή της προσωπικότητας και είναι απίστευτα δύσκολο να ενταχτούν και να προσαρμοστούν σε μια κοινωνία διότι τα ψυχολογικά προβλήματα τους το καθιστούν αφάνταστα δύσκολο.
Και για να φέρω και ένα ελαφρύ παράδειγμα που είναι κοντά σε όλους μας λίγο πολυ -μιας και ο καρκίνος ειναι η νέα μάστιγα- πόσοι από όλους εμάς έχουν ζήσει κοντά σε κάποιο άτομο που κατάφερε και ξεπέρασε τον καρκίνο? Αρκετοί φαντάζομαι. Έχει κανείς αναλογιστεί τι τραύμα έχει αφήσει αυτή η ασθένεια σ' εκείνο το άτομο? Πέρα απ' την απόλυτη φρίκη της χημειοθεραπείας, που τον καθιστά για παραπάνω από χρόνο καθηλωμένο σε ένα κρεβάτι να ξερνάει το μέσα του, την αλωπεκία, την κατάθλιψη και όλα αυτά τα ωραία, έχει και τον απόλυτα δικαιολογημένο φόβο του ότι ίσως, πιθανό, να χάσει και τη ζωή του. Και τα ξεπερνάει όλα αυτά. Σωματικά. Διότι και αφού περάσει αυτόν το γολγοθά, ψυχικά έχει να περάσει κι άλλον, γιατί μια τραυματική εμπειρία δεν παύει έτσι απλά.
Τα ψυχολογικά προβλήματα δεν είναι τραγούδι της λανα ντελ ρει. Ούτε ο μυστήρια γοητευτικός καταθλιπτικός έφηβος μιας σειράς. Είναι μια πραγματική κόλαση, που μέσα της δεν χωράει τίποτα το μελαγχολικά ωραίο ή γοητευτικά περίεργο κι απόμακρο. Αυτό το κοινωνικό μοτίβο που ρομαντικοποιεί τα ψυχολογικά προβλήματα πρέπει κάποτε να σταματήσει. Διότι ευτελίζει τον αγώνα που δίνουν κάποια άτομα που, για να ανταπεξέλθουν, ορισμένες φορές υποβάλουν τον εαυτό τους σε φαρμακευτική αγωγή που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, επιφέρει παρενέργειες όπως η ναυτία, η αυπνία, η κεφαλαλγία και μηδενική όρεξη και σεξουαλική λίμπιντο.
Αν τα περνούσαν όλοι αυτά, τότε να δω πόσοι θα γράφανε στους τοίχους "όλοι έχουμε ψυχολογικά μωρό μου".
February 14, 2015
I'm killing time on Valentine's, waiting for the day to end
Μακάρι
αυτά να μπορούσα να στα πω αυτοπροσώπως. Να ήταν ένα όμορφο, ηλιόλουστο
πρωινό μιας άνοιξης και να καθόμασταν στο καφενείο κοντά στο σπίτι μου, με τον ήλιο να ζεσταίνει τους κρύους καφέδες μας.
Όπως όταν σου κρατούσα το χέρι εκείνο το χριστουγεννιάτικο πρωινό που χιόνιζε πολύ και πήγες να με φιλήσεις και κουτουλήσαμε και ήταν σα σκηνή από χαζορομαντική ταινία.
Όπως όταν σου κρατούσα το χέρι εκείνο το χριστουγεννιάτικο πρωινό που χιόνιζε πολύ και πήγες να με φιλήσεις και κουτουλήσαμε και ήταν σα σκηνή από χαζορομαντική ταινία.
Θα σου μιλούσα. Κι εσύ τότε θα με κοιτούσες.
Θα έλεγες κάτι ειρωνικό ή κάποια χαζομάρα.
Θα έλεγες κάτι ειρωνικό ή κάποια χαζομάρα.
Αλλά δεν θα με ένοιαζε γιατί θα μ' έκανες να νιώσω όμορφα.
Ασφαλής.
Θα μου έδινες και μια αγκαλιά.
Ασφαλής.
Θα μου έδινες και μια αγκαλιά.
Απ' την άλλη ίσως και να μην σου μιλούσα καθόλου. Διότι πάντα ήμουν επιφυλακτική στο τι σου έλεγα.
Σα να σε έχω εξιδανικεύσει λιγάκι.
Σίγουρα
σε έχω εξιδανικεύσει. Λίγο που περάσανε τα χρόνια και νοσταλγώ γενικά
εκείνη τη σχετικά ανέμελη εποχή, λίγο οι λεκέδες έρωτα κι ανιδιοτελούς
αγάπης που μείναν στην ψυχή μου για τη δική σου ψυχή, δεν είναι περίεργο
να το 'χω κάνει.
Αλλά
τ' ορκίζομαι στο πιο αγνό κομμάτι της ψυχής μου, ότι εσένα σ' αγάπησα δίχως κανένα όρο και κανένα ώφελος.
Μόνο με λίγο φόβο.
Και συγχώρεσα την κάθε σκάρτη πράξη σου προς εμένα ακριβώς την ίδια στιγμή που τη διέπραξες.
Αλλά τι περίεργη και μοναδική αγάπη που είναι. Ατέλειωτη θα έλεγε κανείς. Διότι όταν ο άλλος έχει άρρωστη ψυχή, τα κενά της έχουν τρύπες. Όσο και να τα γεμίζεις, στο τέλος μένουν κενά. Και όλο δίνεις και δίνεις και δίνεις, ένας φαύλος κύκλος μέχρι να στερέψεις, μέχρι ο άλλος να σε απομυζήσει -γι αυτό είναι ατέλειωτη, γιατί εν τέλη δεν στερεύεις ποτέ.
Αλλά τι περίεργη και μοναδική αγάπη που είναι. Ατέλειωτη θα έλεγε κανείς. Διότι όταν ο άλλος έχει άρρωστη ψυχή, τα κενά της έχουν τρύπες. Όσο και να τα γεμίζεις, στο τέλος μένουν κενά. Και όλο δίνεις και δίνεις και δίνεις, ένας φαύλος κύκλος μέχρι να στερέψεις, μέχρι ο άλλος να σε απομυζήσει -γι αυτό είναι ατέλειωτη, γιατί εν τέλη δεν στερεύεις ποτέ.
Μου έμαθες να αγαπάω δύσκολα. Ότι η αγάπη θέλει κόπο και πόνο. Γι αυτό μόνο έτσι φαντάζει αληθινή.
Αλλά δες τι γίνεται, κανείς πρέπει να δει και την ρεαλιστική πλευρά των πραγμάτων: Χειραγωγούσαμε συναισθηματικά ο ένας τον άλλον και φτάσαμε στο σημείο να το νομίσουμε γι αγάπη.
Subscribe to:
Posts (Atom)



