July 22, 2013

Τίτλοι Τέλους

Ονειρεύτηκα παράδεισους εκστατικούς με δίδυμα φεγγάρια και λαμπερούς ήλιους.
Αχτίδες ηλίου να αγγίζουν τα παγωμένα άκρα ενός μουδιασμένου σώματος.
Ονειρεύτηκα κάθε είδους κόλαση, αφόρητα βασανιστική κι ένα σκοτάδι, χειρότερο απ' αυτό της ψυχής σου.
Φωτιές που υψώνονται θριαμβευτικά μπροστά σου και σε καταπίνουν με μιας, εκπνέοντας μια ασίγαστα ακαταμάχητη δίψα για χάος και καταστροφή.
Ονειρεύτηκα εσένα-



Τι μαλακίες. Άδικος κόπος. Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Γαμώτο, δεν μπορώ να γράψω, γαμώτο. Κλάψα και μαλακίες συνέχεια.



Η έμπνευση χάθηκε στο τελευταίο αντίο -το δικό μου.
Ίσως να έφυγε κι ο εαυτός μου μαζί σου. 
Οι στιγμές.
Μα πώς εξαυλώνονται τόσο εύκολα οι στιγμές.
Μην το παίρνεις πάνω σου.
Δεν είναι που μου λείπεις.
Είναι που αρχίζω να ξεχνάω.
Τον τρόπο που μιλάς.
Που εκφράζεσαι.
Που κινήσαι.
Που κάνεις έρωτα.



Μαλακίες. Οχι, σοβαρά, μαλακίες. Θέλω να γίνω συγγραφέας. Οι συγγραφείς είναι σάπιες, λευκές σελίδες. Σάπιες, λευκές σελίδες συναισθημάτων που ποτέ δεν βίωσαν και ποτέ δεν πρόκειται να βιώσουν. Δεν μου λείπει κανείς. Δεν αισθάνομαι, δεν νιώθω, τίποτα. Όλα στο μυαλό μου είναι. Δημιουργήματα. Στη φαντασία μου -στη δική σου φαντασία- προσπαθώντας να γράψω κάτι 'πιασάρικο' για ν' αγγίξω την εφήμερη ψυχή σου. Ολα ψέματα. Βαρέθηκα να γράφω ψέματα και αμπελοφιλοσοφιμένες, και καλά ψαγμένες, ρητορικές μαλακίες της πούτσας. Οι συγγραφείς είναι ψεύτες. Οι συγγραφείς είναι διψασμένοι ψεύτες. Απομιζούν το κάθε βίωμα, την κάθε ανάμνηση, είτε δική τους είτε κάποιου άλλου, μόνο και μόνο για να μπορούν να το βάλουν σε μια σειρά και να γεμίσουν μια κενή σελίδα. Βαδίζουν μηχανικά στις γραμματοσειρές ζώντας κάτι υπερβολικά κάλπικο. Γράφουν και καίγονται. Καίγονται, καίγονται, καίγονται.
Γιατί η φαντασία δεν ικανοποιεί την πραγματικότητα.
 

Και η αλήθεια είναι ότι δεν ονειρεύτηκα τίποτε.
Κανέναν παράδεισο και καμία κόλαση.
Δεν ονειρεύτηκα τίποτα.
Έβλεπα εσένα να ονειρεύεσαι.
Επειδή δεν ονειρευόσουνα εμένα.
Κι εγώ απλά είμαι εδώ για να τα καταγράψω.
Έναν ωκεανό ντυμένο με λέξεις.
Με κύματα να βαράνε με μανία βράχια, μ' όρκους κι υποσχέσεις.
Κι άρρωστες σκέψεις, σκεπασμένες ζεστά, ύπουλα, κάτω απ' τη ζεστή αμμουδιά.
Οι τίτλοι τέλους των ονείρων σου, που ίσως και να αντικατοπτρίζουνε εμένα και το άρρωστο εγώ μου που στέκεται πάντοτε εμπόδιο.

July 3, 2013

I'll follow the path of the ”no longer here”

Ε, τα κάνεις αυτά? 
Δεν τα κάνεις.

Ένα τίποτα που προσπαθεί να γίνει κάτι στην πορία με νύχια και με δόντια.
Αλλά ίσως και ο έρωτας κατα βάθος να κουβαλάει μια δόση αλήθειας.
Αλλά στο τέλος βαριέσαι και δυστυχείς.
Και η συνηδειτοποίηση της ανίας δεν σε κάνει τόσο δυστυχισμένο όσο η επιμονή σου να πείσεις τον εαυτό σου ότι όλα είναι ροζ, κόκκινα, με πλουμιστές καρδούλες.
Το μόνο που θα δουλέψει είναι η απόσταση και το μη-πρήξιμο-αρχιδιών.
Και η έλλειψη υποσχέσεων.

Γιατί μετά θα γυρίσει ο άλλος να σε πει μαλάκα και δεν θα μπορείς ν' απαντήσεις.

July 2, 2013

Γιατί κάποιοι έχουν το ταλέντο να μετατρέπουν το κενό σου σε γκρεμό και να σε σπρώχνουν μέσα

Έξι φορές τη μέρα. Έξι.

Μία το πρωί.

Μία το μεσημέρι.

Μία το απόγευμα.

Τρεις το βράδυ, για να με πάρει ο ύπνος.

~

Νεύρα, κυκλοθυμία, εμμονές και όσα μπορεί να κάνει κάποιος με παρέα σε ένα πεταμένο παρκάκι το απόβραδο.

~

Μη στριγγλίζεις ότι σου έθιξα τον ανδρισμό.
Δεν έχεις ανδρισμό.
Εσύ τον εναπόθεσες μέσα μου,
Κι εγώ σε μίσησα.

June 26, 2013

Καν'το όπως το Sims

Μετάνιωσα που ήρθα.
Νιώθω εξουθενωμένη, χωρίς να κάνω ουσιαστικά τίποτα.
Δεν ξέρω.
Και η ευαισθησία μου έχει σπάσει σε κομμάτια και μου βγαίνει παντού. Το καλοκαίρι με κάνει αγαπούλη και ενοχλούμαι. Μαλακώνω και νιώθω άβολα.

Στο σιμς τουλάχιστον παραμένω πολύ μπρούταλ και σκληρή και τερμινέιτορ.
Κάνω παιδιά με τον έναν και με τον άλλον για να δω πώς σκατά θα βγουν και τα σκοτώνω γιατί δε χωράμε στο κουτςκουτς γαμάτο διαμέρισμά μου και δεν θέλω να μετακομίσω.
Είδα και τις προάλλες τον σιχαμένο έκφυλο δεκατριάχρονο απ' την εφηβική μου ηλικία που άμα ήξερε πόσες φορές τον έχω σκοτώσει στο σιμς, θα μου έκανε περιοριστικά μέτρα.
Γαμώτο. Έχει χαλάσει το πισί και δεν μπορώ να παίξω.
Δεν πειράζει ωστόσο. Μια βόλτα έξω να βγω, θα είναι λες και έχω μπει η ίδια στο παιχνίδι.

Η Κομοτηνή είναι στάμιση, βαρετή, ίδια κι απαράλαχτη.
Και οι πολίτες της είναι χαρακτήρες σιμς. Προγραμματισμένοι για το τι θα πουν και τι θα κάνουν.
Μικρές, άθλιες καρικατούρες πραγματικού ανθρώπου φτιαγμένοι για να λένε τα ίδια και τα ίδια, παίρνοντας τις ίδιες κρύες και απρόσωπες εκφράσεις.
Δεν μπορείς να τους επηρεάσεις, δεν μπορούν να σε επηρεάσουν.
Δεν υπάρχει παιχνίδι, ούτε καν ενδιαφέρον.
Νομίζω με μολύνουν.
Σα να με έχει φάει κι εμένα η καθημερινότητα και το πρόγραμμα τελευταία.

Μου λείπουν οι μέρες που πήγαινα σε μπαρ να πάρω ποτό και έπαιρνα τον μπάρμαν.
Τώρα δεν παίρνω τίποτα. Ούτε τον πούλο, που λέμε.
Τώρα παίρνω το βιβλίο μου, τον καφέ μου, το μαγιό, τα γυαλιά ηλίου, τον σκύλο και βγαίνω στο μπαλκόνι.

Το απεχθάνομαι το γαμημένο το καλοκαίρι. 
Αργοπεθαίνω το καλοκαίρι.
Και πριν προλάβω να ξεψυχήσω, έρχεται το βάλσαμο ο Σεπτέμβρης.

Γιατί η διαφορά, είναι ότι δεν μπορώ να σκοτώσω μια και καλή τον εαυτό μου και να τον φτιάξω απ' τη αρχή.

June 19, 2013

...because you don’t destroy the person that you love

Δεν με ενδιαφέρει που της λες ψέματα. Δεν με ενδιαφέρει που έγραψες τόσα χρόνια στ' αρχιδια σου και έκανες το δικό σου. Αλλά εγώ τι σου έφταιξα ρε γελοίε? Εγώ, εγώ, εγώ που σε ανέχτηκα τόσα χρόνια και σε αγαπούσα, τι σου έφταιξα? Σε αγάπησα ρε. Σε λάτρεψα και σε πόνεσα. Κάθε φορά φορά που άραζες τη σιχαμένη αρίδα σου στον καναπέ αγνοώντας τις προσπάθειες που έκανα για σένα, για το λιγο ενδιαφέρον σου, τις θυμάσαι? Πως να τις θυμάσαι? Με πρόσεξες ποτέ αληθινά? Μόνο να με κρίνεις και να με υποβιβάζεις ήσουν άξιος. Και να σκορπάς τα πράσινα, πολύτιμα χαρτονομίσματά σου στα πόδια μου, λες και αυτό ήταν αρκετό για μένα -ωστόσο όντως ήταν αρκετό για εσένα.
Σε λύτρωσε έτσι? 
Έβγαλαν εις πέρας όλες τις ευθύνες σου, έτσι δεν είναι? 
Με πέθανες ρε πούστη μου, με σκότωσες. 
Με έσπρωξες, με πεταξες κάτω, με πάτησες, με κλότσησες και μ' έφτυσες. 
Και τώρα περιμενεις να σταθώ στα πόδια μου. Περιμένεις να σταθώ στα πόδια μου και να πάρω το μέρος σου, καταδικάζοντας το πρώτο άτομο που με αγάπησε και το πρώτο άτομο που κατέστρεψες.
Δεν θα σταθώ στα πόδια μου και το ξέρεις. Εδώ κάτω θα μείνω. Είναι βολικά. Έχει σεξ, χρήμα, αλκοολ, τσιγάρα και ναρκωτικά.
Θα γίνω ένα δεύτερο εγώ σου.
Ένας. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Έλεγε, θυμάμαι, ένας, ότι όταν τα παιδιά βλέπουν τους γονείς να καταστρέφονται συνηδειτοποιούν τη θνησιμότητά τους. Αλλά όταν ένας γονιός βλέπει το παιδί του να καταστρέφεται, βλέπει τον χαμό της αθανασίας του.
Κι εσύ, ανίδεε άνθρωπε, αθανασία δεν θα βρεις σε καμία σου ζωή.

June 17, 2013

Τάιζε τον λύκο όσο θες, πάλι στο δάσος θα κοιτάζει

Έπειτα από 2 βδομάδες εξεταστική, οι τελευταίες μέρες ήταν τόσο δραστήριες και τόσο γεμάτες που ήμουν σχεδόν ευτυχισμένη. Είχα παρέα και είχα λεφτά. Άρχοντας.
Και να σου λοιπόν η σημερινή μέρα, μες τη μούχλα και την απραξία που με κάνει να κλαίω από οδύνη και βαρεμάρα με αυτούς τους μούχλες που έχω μπλέξει.
Τουλάχιστον συμμάζεψα το σπίτι. Και αποφάσισα να κόψω το πολύ κάπνισμα και αλκοόλ κοιτάζοντας νωχελικά την άδεια μου τσέπη, τα υπολείμματα πευκοβελόνων στον καπνό μου και το άδειο, μπουκάλι κρασί μπροστά μου μισογεμάτο, φυσικό, μεταλλικό νερό απ' τα Ζαγοροχώρια παραδίπλα.

Θα μπορούσα βέβαια να δανειστώ απ' τον άλλον, που είδα χτες στη συναυλία, αλλά, ναι, δεν. Νομίζω ακόμα μου κρατάει κακία. Τι μου έφταιξε κι αυτός ο κακομοίρης, λες και δεν βαρέθηκα να τον γεμίζω ελπίδες και έπειτα να τον βλέπω να απογοητεύεται. Για δεύτερη φορά. Δεν ξέρω, αυτή η αιώνια υποταγή του, με κουράζει.
Απέφευγα διακριτικά να τον κοιτάξω, χτες, κάθε φορά που αντιλαμβανόμουν το βλέμμα του επάνω μου.
Κοίταζα αλλού. Παντού γκόμενοι. Ημιγκόμενοι, βασικά. Μπλουζάκια σε σχήμα V και ξυρισμένα στήθη και πόδια. Κάπου είδα και ξυρισμένα χέρια. Και αρώματα. Πολλά αρώματα.

Εσύ, δε φοράς μπλούζες V όμως. Εσύ, δεν ξυρίζεις τις μασχάλες σου και δε φοράς αρώματα. Ιδρώτας απ' την κούραση, αίμα απ' τους καυγάδες, οινόπνευμα απ' το αλκοόλ και σπέρμα απ' το σεξ.  Και αν φορούσες, θα σου έλεγα μην το κάνεις. Πως θα σε αναγνώριζα, εσένα, τόσο αληθινό, μέσα σε ένα πλήθος από ψεύτικες μυρωδιές?
Δεν ξέρω γιατί πάλι μιλάω για σένα. Αυτό που κολλάει η σκέψη σου σε όλους μου τους συνειρμούς με τρελαίνει. Μου φέρνει έξαψη και μια καούρα στο στομάχι και πιέζω τον εαυτό μου να νιώσω το βάρος της πραγματικότητας κάτω απ' τα πόδια μου, πριν αρχίσω να πετάω στα σύννεφα.
Είναι που θέλω να πω τόσα. Να μιλήσω, να περιαυτολογήσω, καταρρακτωδώς για εσένα. Να πω ιστορίες για μπύρες που κλέψαμε οι δυο μας και δεν τις μοιράσαμε ποτέ. Να κουνήσω τα χείλη μου και να περιγράψω τις πιο άρρωστες καταστάσεις μας στολισμένες με σχήματα λόγου και κοινοτυπίες όμορφα ταξινομιμένες, για να κάνουν το άρρωστο να φαίνεται απλά ηδονικό. Να μιλάω για σένα και για ένα πρόωρο "εμάς", που δεν βόλεψε ποτέ κανέναν μας.
Σε απέρριψα κι όμως σε ξαναζητάω πίσω. Είναι εκείνες οι στιγμές, που με πνίγει η μοναξιά μου, και παίρνω πίσω όλες εκείνες τις νύχτες που σ' έδιωξα στο μισοσκόταδο μιας καινούριας μέρας, και μετανιώνω τα φιλιά που σου έκλεψα, βολεύοντάς σε, σε μια παγωμένη αγκαλιά κενών συναισθημάτων. Σε καταχράστηκα αλλά σε θέλω πίσω.
Πάλι στο μηδέν γυρνάω και δε κάνει.
Δεν μπορώ να σε βλέπω να καταστρέφεσαι ξημερωμένος πάλι σε σκαλιά νοσοκομείου. 
Κι αν είχα ταλέντο, θα έγραφα όλα όσα νιώθω για σένα, για να ξεσκίσω την ψυχή μου και να τα βγάλω από εκεί μεσα.
Δεν σ' αγάπησα ποτέ, αλλά σε νοιάζομαι. Και να ξέρεις ότι όντως σε ερωτεύτηκα, απλά ήταν η στιγμή και πέρασε.

Σε λίγες μέρες θα φύγω και θέλω να έρθω να σε βρω, να σε αποχαιρετήσω.
Ίσως φύγω και αύριο, οπότε θα έρθω να σε βρω τώρα.
Βάζω παπούτσια και έρχομαι.
Πρώτα όμως, θα κάνω ένα μπάνιο.
Μου έχουνε μείνει και λίγα λεφτά, ίσως πάρω και μία μπύρα στον δρόμο.
Ξέρεις, σα να νιώθω λίγο κουρασμένη.
Μάλλον θα κάτσω σπίτι.