October 15, 2014

Κάπου-Κάποτε-Θα το διαβάσεις

Αυτό που μετανιώνω παραπάνω απ' όλα είναι ότι πριν φύγεις σου μίλησα για σένα. Και με μίσησες.

Γαμημένο απόβρασμα.
Και μόνο που ανέπνεες το οξυγόνο μου, με έτρωγε απ' τις ρίζες.
Καταριέμαι τη στιγμή που οι γονείς σου αποφάσισαν να ξεμυαλιστούν σε ένα χαμοκρέβατο.
Όλη σου η ύπαρξη είναι είναι ένα σκουπίδι που ξέμεινε στον κόσμο από λάθος ενός απορριμματοφόρου. 
Ψεύτης και υποκριτής και αυτοκαταστροφικός.
Μου ξύπνησες ένα συναίσθημα που δεν ήμουν έτοιμη να νιώσω και με έκανες να σιχαθώ τον εαυτό μου επειδή έφτασα σε σημείο να πατρονάρω άτομο. 
Να σου κρατάω το μέτωπο όταν έβγαζες το μέσα σου και να σε λούζω με κρύο νερό.
Να σου επιστρέφω χρήματα, μόνο και μόνο, αν δεχτείς να φας ένα γαμημένο κάτι, μην υποσιτιστείς.
Να προλάβω, να προλάβω, να προλάβω.
Πριν καταλήξεις μια άμορφη μάζα του τίποτα.
Πριν καταλήξουμε κι οι δυο μας ένα τίποτα.
Γιατί είμαστε δυο άγνωστοι που ξέρουν υπερβολικά ο ένας τον άλλον.
Και παρόλο που σε απεχθάνομαι και μ' αηδιάζεις είσαι λίγο ξεχωριστός.
Γιατί σε ένιωσα. Και γιατί σε πόνεσα. Και γιατί με πλήγωσες εκούσια και σε πλήγωσα ακούσια.
Αλλά έχω βαρεθεί να έρχεσαι μια στις τόσες. Κουράστηκα να τρέχω μαζί σου. Μεγάλωσα. Ωρίμασα. Δεν μπορώ άλλο, στ' ορκίζομαι.
Εγώ δεν είμαι η ίδια, κι εσύ δεν είσαι ο ίδιος, όλα άλλαξαν, εσύ μένεις στάσιμος στο νου, δεν το βλέπεις?
Πόσες φορές έλεγες ότι θα το σταματήσεις? Πόσες φορές έλεγες ότι θα μείνεις?
Αλλά το έβαζες στα πόδια κάθε φορά. Το έκανες κάθε φορά. Κάθε φορά. Κάθε. Φορά
Κι αν παλιότερα σου 'λεγα μη φύγεις, σήμερα σ' εκλιπαρώ να μη γυρίσεις. 
Δεν μπορώ να έρχεσαι απ' το πουθενά, να με κερνάς ένα ποτήρι κρασί και να μου μιλάς για ταξίδια, για έρωτες, για μένα, και να μου γαμάς το είναι και να τρέχω τελευταία στιγμή σε κάθε λιμάνι, πίσω σου, μόνο και μόνο για να γονατίζω ξωπίσω από ένα πλοίο που σαλπάρει.
Και μη μου λες πως μ' αγαπάς και μη τσαντίζεσαι που δεν στο ανταποδίδω, τουλάχιστον, με λόγια. 
Γιατί κάποιοι σαν εσένα δεν θα έπρεπε να αγαπάνε ποτέ. Γιατί η αγάπη τους πονάει.
Παίξε με τον σκύλο σου, όχι με τα συναισθήματα των άλλων.

Αυτό που μετανιώνω παραπάνω απ' όλα είναι ότι πριν φύγεις σου μίλησα για μένα. Και μ' ερωτεύτηκες.

October 13, 2014

Εξαγνισμός

Απελπίζομαι.
Απελπίζομαι και νιώθω ν' αρρωσταίνω από μέσα.
Έχω γίνει τόσο ευαίσθητη τελευταία που μέχρι και η γλυκιά ρουτίνα της βόλτας στο λιμάνι, έχει γίνει αφόρητη.
Με ενοχλεί ο κόσμος. Με ενοχλεί τόσο πολύ που καταντάει τραγελαφικό.
Με ενοχλούν τα σαχλά γελάκια κοριτσιών που προσπαθούν να βγάλουν σελφι με τις ωρες καθώς αναμένω το λεωφορείο. Με ενοχλούν τα απωθητικά, σεξιστικά σχόλια μεσήλικων ανδρών. Με ενοχλεί η φλυαρία γνωστών για το πώς πέρασαν το σαβ/κυριακο στις καφετέριες τα μεσημέρια -όπως πάντα- και στα μπαρ τις νύχτες -όπως πάντα.
Συναντώ ξανά και ξανά τους ίδιους ανθρώπους -μόνο η σάρκα αλλάζει.
Τα ίδια και τα ίδια, συζητήσεις που ανακυκλώνονται συνεχώς σαν χιλιοξυσμένο μολύβι και η υπομονή μου εξαντλείται.
Θέλω κάποιον να μου κινήσει το ενδιαφέρον, να μου πει κάτι διαφορετικό, να με γεμίσει πληροφορίες, να λάβω γνώσεις για κάτι άγνωστο, να μάθω καινούρια πράγματα.
Που είναι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι?
Που είναι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι, να τους κεράσω ένα ζεστό καφέ για να δωροδοκήσω λίγο τη συντροφιά τους, να τους μιλήσω για το πόσο λατρεύω τα καρουσέλ και τις πέτρινες γέφυρες, τα βράδια που βουλιάζω στη μοναξιά μου?
Φαντάζομαι είναι κάπου άπιαστοι και κρυμμένοι; σε ένα στούντιο μουσικής, καβάλα σ' ένα ποδήλατο, στο σπίτι να ζωγραφίζουν ή να διαβάζουν ένα καινούριο βιβλίο, σε μια αίθουσα χορού, σ' ένα τραίνο με άγνωστες κατευθύνσεις και όχι σε μια καφετέρια ή ένα μπαρ.
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πότε έγινα τόσο μονόχνοτη και πικρόχολη, πότε ο περίγυρος άρχισε να φαντάζει τόσο ανιαρός στα μάτια μου.
Αλλά απ' την άλλη, ποιος μπορεί να μ' αδικήσει?
Μόνο εγώ αισθάνομαι ότι κάτι πάει στραβά?
Πότε το αλκοολ και τα ναρκωτικά έγιναν πιο διασκεδαστικά από ένα καλό επιτραπέζιο?
Πότε σταμάτησαν να χορεύουν οι άνθρωποι και σηκώνονται απ' τη θέση τους μονάχα για να βγάλουν μια φωτογραφία που θα συνοδεύει ένα τσεκ-ιν?
Πότε οι άντρες άρχισαν να φέρονται σαν κακομαθημένοι, απροσάρμοστοι, πεντάχρονοι ταραξίες?
Πότε οι γυναίκες άρχισαν να μιλούν σαν αθυρόστομα, δεκαπεντάχρονα τσουλάκια?
Που είναι ο σεβασμός, οι καλοί τρόποι? Με ποια λογική η αγένεια, το "τουπέ" και η μνησικακία έγιναν άξια θαυμασμού και παραδείγματα προς μίμηση ακόμη και από άτομα που έχουν περάσει την, γεμάτη δικαιολογίες, εφηβεία?
Τι απέγινε ο ρομαντισμός?
Γιατί αντί για ένα όμορφο λουλούδι να στείλεις φωτογραφία του πέους σου?
Γιατί η απιστία θεωρείται στιγμιαίο λάθος, ή ακόμη χειρότερα, μαγκιά, εφόσον είναι στεγνή ανωριμότητα και κοροϊδία προς το άτομο που ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς? 
Τι απέγιναν τα ραντεβού? Εκείνα τα ραντεβού που σε συνόδευαν στο σπίτι σου και όχι σε βρώμικες τουαλέτες ενός μπαρ ή σε πεταμένα στενάκια σαν το ζώο.
Σε καμία περίπτωση δεν βγάζω την ουρά μου απ' έξω. Όλοι τα κάνουμε, κι εγώ τα έχω κάνει -και κάποια ίσως και να τα κάνω ακόμη- αλλά ξέρω να μετριάζω καταστάσεις. Οι άνθρωποι που φέρονται έτσι συνεχώς όμως, και αν κοιτάξω γύρω μου είναι εξαντλητικά πολλοί, είναι ό,τι πάει στραβά σ' αυτήν την κοινωνία.
Να μου λείπει, όπως έλεγε και η προγιαγιά μου, Θεός σχωρέστην.
Θέλω όμορφους και σωστούς ανθρώπους δίπλα μου.
Ανθρώπους που θα σε σκεφτούν πριν πράξουν ή μιλήσουν -ο αυθορμητισμός είναι υπερεκτιμημένος.
Ανθρώπους που αντιλαμβάνονται ότι είσαι άτομο με συναισθήματα και πληγώνεσαι.
Ανθρώπους που γελάνε με τ' αστεία σου -κι όχι με σένα.
Ανθρώπους που αν σ' αδικήσουν θα σε υπερασπιστούν και δεν θα χαμογελάσουν συγκαταβατικά πίσω απ' την πλάτη σου,

Και ίσως να είμαι φαντασμένη και ματαιόδοξη, αλλά για πρώτη φορά στη μικρή ζωή μου, νιώθω ότι ο κόσμος έμεινε κενός και όχι εγώ η ίδια.   

October 5, 2014

Until

Και τρίψε.
Τρίψε καλά. Με γυαλόχαρτο αν χρειαστεί.
Τρίψε να φύγει η βρωμιά. 
Να φύγουνε οι λεκέδες απ'τις βωμολοχίες που καρφίτσωσαν επάνω στο κορμί σου.
Τριψε δυνατά.
Να φύγουνε οι λάσπες κ η ξεφτίλα που άφησαν σιχαμένοι άνδρες δίχως ανδρισμό στο δέρμα σου.
Τρίψε με μανία.
Να φύγουνε οι λέρες απ' την υποκρισία και τα ψέμματα των λυκοφιλιων.
Τρίψε ανάμεσα στις γρατζουνιές, εκεί που μαζεύεται το πηχτό, ξεβρασμένο αίμα.
Να φύγει η βρωμιά.
Η βρωμιά, η βρωμιά.
Ένας χρόνος πέρασε και ακόμη να πλυθούν.
Τρίψε καλά το σακατεμένο δέρμα -ήδη κουφάρι είναι.
Ξέπλυνε τις πληγές, μα μην τις καλύψεις. 
Εκεί, να τις βλέπεις, να φαίνονται -να τις αντικρίζεις συνέχεια, να θυμάσαι πάντα.
Μέχρι να σταματήσεις να αποτραβάς το βλέμμα σου απ' αυτές και να μάθεις να αποτραβάς το βλέμμα σου από λάθος ανθρώπους.

September 21, 2014

Γιατί? Γιατί έτσι.

Κάθε τόσο νιώθω να έχω τόση πίκρα, τόσο θυμό και τόσο πόνο μέσα μου, που αρχίζω πραγματικά να πιστεύω πως δημιουργώ ακούσια καταστάσεις όπου πληγώνω και πληγώνομαι, μόνο και μόνο για να καταφέρω να τα εκφράσω. 
Ντρέπομαι πολύ που φέρομαι έτσι στον ίδιο μου τον εαυτό -και πόσο μάλλον για τον τρόπο που σ' αυτές τις φάσεις αντιμετωπίζω τους άλλους που δεν μου φταίνε και σε τίποτα.
Κι αν αγαπάει κάποιος άσχημα κι αρρωστημένα το εγώ του, με ποια λογική θα μπορούσε να αγαπάει κάποιον φυσιολογικά? Να αγαπάει κάποιον σωστά?
Η μόνη παρηγοριά είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης που τους έχω και η σιγουριά ότι όλοι κάπου-κάποτε-σε κάποιον, φέρθηκαν σκάρτα και εν τέλει τους αξίζει.

Το αστείο είναι ότι όλοι λίγο-πολύ έχουμε ένα άτομο να μας υπερασπιστεί, να μας χαϊδέψει τ' αυτάκια και να μας πει με όλο το θράσος της ανειλικρίνειάς του "αξίζεις κάτι καλύτερο".

Το ακόμη πιο αστείο είναι ότι ουσιαστικά χρειαζόμαστε αυτόν που θα μας πει ότι είμαστε κακά άτομα. Κακά άτομα, όχι με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Κακά άτομα με την έννοια του προβληματικού, του αδύναμου, του δεν-πρόκειται-να-αλλάξει ατόμου. Χρειαζόμαστε κάποιον να μας πει μια και μόνο φορά την αλήθεια. Να μας πει "δεν αξίζεις τίποτε απ' όλα όσα σου δίνουν και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που νιώθεις ότι κάτι πάει στραβά και δεν μπορείς να λάβεις ευχαρίστηση".

Είναι αστείο. 

Και είναι αστείο γιατί μόνο μέσω της διακωμώδησης και της μάσκας του "είχα-καλές-προθέσεις", είμαστε ικανοί να κρύψουμε έναν σκατένιο χαρακτήρα.

September 14, 2014

Αναδρομές

Αυτά τα ήσυχα μεσημέρια του τελευταίου καιρού μου αφήνουν την ίδια γλυκόπικρη γεύση που μου άφηναν οι μέρες στα νεανικά μου καλοκαίρια.

Πολύ ζέστη, αλλά όχι αφόρητη, πολύ ησυχία αλλά όχι απόλυτη -αν εξαιρέσουμε το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών, το ελαφρύ περπάτημα των γατιών και τους παροδικούς ήχους μέσα απ' τα παράθυρα των μονοκατοικιών και των χαμόσπιτων των γιαγιάδων της γειτονιάς. 

Κι όλα αυτά απ' τη μεγάλη βεράντα του ισόγειου σπιτιού μου, με λίγο δροσερό καφέ, ένα βιβλίο και τη γάτα μισοκοιμισμένη σε μια θέση δίπλα μου, ν' ανοίγει που και που τα μάτια για να σιγουρέψει εάν η συντροφιά της βρίσκεται ακόμη συνάμα της. Μακριά απ' την πόλη της Μυτιλήνης, τον θόρυβο και την κίνηση, την αρρώστια των πολλών -αυτήν της καλοπέρασης και της παροδικής διασκέδασης- σαν δύο γερασμένες έφηβες, απολαμβάνουμε τον μεσημεριανό ήλιο και το ζεστό αεράκι, δίχως ίχνος τρέλας και εφηβικής υστερίας. Εκείνη, ήρεμη κι αγέρωχη να κάθεται στο μπαλκόνι ή με σίγουρο και σταθερό βήμα να περιπλανιέται μες το σπίτι, κι εγώ γαλήνια και ευδιάθετη που καταφέραμε πια να συμβιώσουμε.

Ήταν λες και το πέρασμα στην ενηλικίωση έγινε ταυτόχρονα και στις δύο και το μόνο που μας έμεινε είναι μια αμοιβαία τρυφερότητα.
Εκείνη χωρίς την υπερκινητικότητα και το ένστικτο της καταστροφής όλου του σπιτιού που είχε σαν νεαρό γατί, έπειτα από μια δύσκολη γέννα κι έναν κανιβαλισμό των νεκρών νεογέννητων γατιών κι εγώ, ελεύθερη απ' την αφέλεια των δεκαοχτών μου χρόνων, από αυτοκαταστροφικές τάσεις και εκρήξεις θυμού, έπειτα από εμπειρίες κακοποίησης και τραυματικών γεγονότων.

Τα οποία γεγονότα -πολύ αργότερα μεν- μου επισήμαναν ότι ωριμάζω, όταν αντιλήφθηκα ότι σταμάτησα να αντιδράω σε κάποιες καταστάσεις. Κάποιες φορές απλά χρειάζεται να μην αντιδράσεις και να αφήσεις τον άλλον να συνεχίσει να είναι ένας υπάνθρωπος ηλίθιος, παραδεχόμενος ότι οι ευτελιστικές του πράξεις καθορίζουν μονάχα εκείνον τον ίδιο. Δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο -δεν είναι δική σου δουλειά. Είναι ακραία δύσκολο να φτιάξεις τον δικό σου εαυτό, μη τον βαραίνεις και με την ευθύνη του εαυτού του άλλου.

Αντ' αυτού μπορεις να κάτσεις στην βεράντα του σπιτιού σου, να αγναντέψεις τριγύρω, αποτραβώντας για λίγο το βλέμμα σου απ' το βιβλίο που κρατάς, ίσα για να οραματιστείς το τοπίο που θέλει να σου περιγράψει ο συγγραφέας.

Αλλά απ' τη δική μου τη βεράντα, όπου μπορώ να κοιτάξω, ορθώνονται βουνοπλαγιές, δίνοντάς μου την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε κοιλάδα, θυμίζοντάς μου τα καλοκαίρια στο χωρίο μου. Από νωρίς το απόγευμα έφτιαχνα ένα σακίδιο με τα απαραίτητα για τη γνωστή, μοναχική πεζοπορία στο βουνό μέχρι να φτάσω στον ανεμόμυλο και να χάσω τον χρόνο και κουτσά στραβά να βρω τον δρόμο για το σπίτι αργά το βράδυ. Θυμάμαι την τρομαχτική σιλουέτα του παππού μου, με την επιβλητικότητα του 1.85 ύψους, με τις σκληροτράχηλες παλάμες του να μου δίνει τον καλό του τον φακό.
"Και να προσέχεις κωλόπαιδο, εντάξει? Ο δρόμος το πρωί και ο δρόμος το βράδυ, μοιάζουν ίδιοι ίσα με ποτέ (βήχας). Και τούτο 'δω τον φακό θα τονε κουβαλάς πάντα, ακούς Αλεξάνδρα? Το έβαλες στο παλαβό σου το κεφάλι? Πάντα".
Και δεν το πήρα. Και γύρισα νωρίς το πρωί, χωρίς φακό, ζαρωμένη απ' το ψοφόκρυο και την υγρασία, έχοντας στο σπίτι να με περιμένουνε ξυλιές.

Νοσταλγία με κατακλύζει αναλογιζόμενη εκείνα τα καλοκαίρια, αλλά πάντα έχοντας αντίληψη των κακεντρεχών παιχνιδιών της μνήμης, που σε κάνουν να εξιδανικεύεις το παρελθόν, μιας και ο χρόνος απαλύνει τις κακές αναμνήσεις.
Οι εξορμήσεις στο βουνό είναι αυτές που μπορώ να συγκρατήσω και όχι ο πόνος απ' τις ξυλιές στον κώλο. Αλλά είμαι σίγουρη ότι εκείνη την περίοδο, δεν ήταν έτσι.
Πιστεύω κι ο παππούς μου, τώρα πια, θα τα φέρνει στη μνήμη του αλλιώς. Διαστρευλωμένα ίσως. Έτσι ανήμπορος και ζαρωμένος, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι, έχοντας χάσει την επιβλητική του όψη και τον σκληρό του χαρακτήρα, με τον χρόνο και την ηλικία να τον έχουν κερδίσει στον αγώνα δρόμου της ζωής.
Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου ότι είμαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του και προσπαθεί να φτάσει με το αδύναμο, ρυτιδιασμένο χέρι του το ποτήρι με το νερό στο κομοδίνο. Διψάει. Με κοιτάζει παρακαλώντας με να τον βοηθήσω. Κι εγώ πλησιάζω, και με το χέρι μου σπρώχνω το ποτήρι με το νερό, στην άλλη άκρη του κομοδίνου, πιο μακριά. Κι έπειτα ξυπνάω.

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, λένε.

Και τώρα τελευταία είναι που το ακούω όλο και πιο συχνά από παρέες, καθώς κάνουν βδομάδες να με δουν και να τους συντροφεύσω σε βραδινές εξορμήσεις μέχρι πρωίας. Προτιμώ αυτό που έχω τώρα. Είναι ένα συναίσθημα, σαν να επιπλέεις.
Κ' οι μέρες μου δεν είναι ανιαρές -είναι γαλήνιες. Διαβάζω, γράφω κι έχω σκιρτήματα έρωτα στην καρδιά μου. Και συνιστώ και σε σας να γράφετε. Να γράφετε συνέχεια. Να γράφετε πάντα. Να γράφετε για το οτιδήποτε. Γιατί πάντα κάποιος καίγεται να τα διαβάσει. Να γλιστρήσει για λίγο μέσα στο μυαλό σας. Να σας γνωρίσει.         

September 10, 2014

Είτε πολυτάραχο κρεβάτι είτε ήσυχα απογεύματα, ό,τι και να κάνουμε γυμνοί είναι έρωτας

Μου τη σπάει η λέξη "ενθουσιασμός". Τη βρίσκω άκρως ακατάλληλη για να εκφράσεις ένα τόσο έντονο συναίσθημα όπως το ερωτικό πάθος. 
Όταν γύρισαν να μου πουν "ένας ενθουσιασμός είναι, θα περάσει" βασανιζόμουν γύρω στον έναν με ενάμιση χρόνο. Είχα αυτό το επίμονο βάρος στον θώρακα, την κυκλοθυμία, το σκίρτημα στην καρδιά, τον κόμπο στο στομάχι και λίγες στάλες υπέρτατης ευτυχίας ξεκλέβοντας ένα βλέμμα.
Και απ' το "απλός ενθουσιασμός" με πήγαν στο "ένας νεανικός έρωτας χωρίς ανταπόκριση είναι, θα περάσει, ο κανονικός έρωτας είναι αλλιώς".
Και όντως πέρασε, αλλά το ερώτημα παρέμεινε: Και πώς είναι ένας κανονικός έρωτας?
Και μου είπαν "όταν έρθει θα το καταλάβεις" και όταν νόμιζα ότι ήρθε και νόμιζα ότι το κατάλαβα μου είπαν "καμιά φορά δεν είσαι πραγματικά ερωτευμένος με το ίδιο το άτομο, είσαι ερωτευμένος με την ιδέα του να είσαι ερωτευμένος".

Τώρα μπορώ να τους διαολοστείλω κι αυτούς και τα γαμημένα τους κλισέ. Κατέληξα στο ότι δεν υπήρξε στιγμή απ'την εφηβεία μου κι έπειτα που να μην υπήρξα ερωτευμένη. Κατέληξα στο ότι υπάρχουν άπειρα είδη έρωτα.
Ερωτεύτηκα αγνά και όμορφα.
Ερωτεύτηκα εγωιστικά και σκληρά.
Ερωτεύτηκα τρυφερά κι ανιδιοτελή.
Ερωτεύτηκα βίαια και άπληστα.
Ο μόνος κοινός παράγοντας ήταν το πάθος, ο ρόλος του οποίου με συγχύζει ακόμα, διότι δεν μπορώ να αντιληφθώ για πιο λόγο το νιώθει κανείς πιο έντονο σε μια κατα τ' άλλα "προβληματική" σχέση. Γιατί βαφτίζουμε τους δύσκολους έρωτες, γεμάτους προβλήματα, τους πιο έντονους της ζωής μας? Αυτοί οι παράνομοι, οι καταστροφικοί, οι θυελλώδεις έρωτες που κρύβουν μέσα τους μια μορφή κακοποίησης ή κατάχρησης, γιατί είναι αυτοί που μας μένουν παραπάνω? Κατά τη διάρκειά τους πληγωνόμαστε και στο τέλος τους μένουμε μετέωροι αλλά αυτοί οι ίδιοι είναι που αναπολούμε με βαθιά νοσταλγία. Είμαστε μαζόχες? Πάντα έτσι συνέβαινε ή είναι ένα ακόμη στίγμα της διεστραμμένης, σύγχρονης κοινωνίας? Ερωτευόμαστε με γραμμή πλεύσης το μίσος και όχι την αγάπη? Τι, τι πάει στραβά?
Όταν ήμουν στο πρώτο έτος , είχα γνωρίσει εντελώς τυχαία ένα άτομο που είχε  τελειώσει μια θεολογική σχολή και κάπως καταλήξαμε να μιλάμε για το θέμα και είχε αναφέρει κάτι ηλίθιο μεν, ενδιαφέρον δε: Το πάθος είναι η ουσία του έρωτα και σύμφωνα με τη Βίβλο το πάθος είναι αμάρτημα και δεν θα μπορούσες να το παντρέψεις με τίποτε αγνό, όπως η τρυφερότητα για παράδειγμα, παρά μόνο με άλλα αμαρτήματα. Ο αληθινός έρωτας είναι αληθινή καταστροφή.
Δεν ξέρω, εάν έβγαζα τα βιβλικά στοιχεία, παίζει να έβγαζε και νόημα. Εγώ απλά έγνεψα και συνέχισα να πίνω τη μπύρα μου όσο μονολογούσε, διότι εκείνη την περίοδο ήμουν πεπεισμένη ότι όλοι αυτοί οι θυελλώδεις έρωτες υπήρχαν μόνο σε γραμματοσειρές βιβλίων αθεράπευτα ρομαντικών ποιητών. Πώς γελάστηκα έτσι.



-Σ' ερωτεύομαι να το ξέρεις.
-Σκάσε, λες μπούρδες.
Και έσκασα.
Αργότερα κατάλαβα ότι όντως έλεγα μπούρδες.
Τον αγαπούσα υπερβολικά πολύ για να τον αφήσω να πιστέψει ότι τα συναισθήματα δεν ήταν αμοιβαία.

August 15, 2014

Ανακυκλώσεις

Είναι κρίμα.

Είναι που υπήρξες φάντασμα απ' την στιγμή που μάτωσαν τα σκέλια της μητέρας σου.
Είναι που παραιτήθηκες απ' τη ζωή την ώρα που πρωτογέμισαν τα πνευμόνια σου οξυγόνο.
Είναι που κλάματα και υστερίες σε νανούριζαν το βράδυ.
Είναι η αγάπη που τη λάμβανες κόκκινη και τσουχτερή, σε σχήμα παλάμης, στο παιδικό σου μάγουλο.
Είναι η συμπάθεια που έδειχνες τραβώντας μου τα μαλλιά.
Είναι που σεργιάνιζες από 'δω κι απο 'κει, ξενυχτώντας άσκοπα, φανταζόμενος πως διασκεδάζεις.
Είναι που άλλοτε με προστάτευες και άλλοτε με στρίμωχνες σε γωνίες.
Είναι που ζήλευες και έκανες την ευαισθησία μου να κυλιέται στα πατώματα.
Είναι που μου έκανες έρωτα ξεφτυλίζοντάς με κι έπειτα είναι που έκλαιγες στα γόνατά μου.
Είναι που έφυγες μακρυά και δεν μπορούσα να σε πάρω αγκαλιά -να σου δώσω ένα φιλί στο μέτωπο.
Είναι που ξεχνούσες πώς χάιδευα το ατόφιο πρόσωπό σου για να σ' αναγνωρίσω.
Είναι που φοβόσουν πως με χάνεις κι είναι που φοβόμουν πως σε χάνεις.
Είναι που εκλιπαρούσες τη βοήθειά μου ψηλαφώντας μια οθόνη υπολογιστή κ' είναι που δεν σε πίστεψα.
Είναι που ίσως το μετάνιωσες τελευταία στιγμή και υπήρξες για δευτερόλεπτα τρομοκρατημένος.

Είναι τόσο κρίμα.

Είναι που ξυπνάω και συνειδητοποιώ ότι, κάθε καλοκαίρι, θα μου λείπεις λιγάκι παραπάνω.