I am Satan, I am Jesus Christ, I am Me : A poet, a lover, a loser. 'Cause there are no winners in this fucked up reality.
October 22, 2012
Θα έβαζα όλη μου τη σιχαμάρα για το άτομό σου σε λέξεις, αλλά σιγά μη σου κάνω τη χάρη.
Μου φτάνει που σε έδωσαν στεγνά οι ίδιοι σου οι "φίλοι" σε μένα κατευθείαν.
Και μου φτάνει που ήδη είσαι καταδικασμένος απ' τη φύση να τελειώνεις γκουχ μέσα σε 10 λεπτά γκουχ.
Και όσο σκέφτομαι ότι αργά ή γρήγορα θα μου δοθεί η ευκαιρία να σε κάνω ρεζίλι σε όλο το πανεπιστήμιο, η μαύρη μου καρδούλα λιώνει από ευχαρίστηση σαν σοκολάτα γάλακτος τον Αύγουστο.
Είναι εξίμιση το πρωί, κοιμήθηκα το πολύ κανένα μισάωρο και δεν μπορώ να
ξανακοιμηθώ βασανιζόμενη απ’ τα όνειρα και τους εφιάλτες μου. Επιπλέον, έχω και
αυτόν τον απαίσιο βήχα να με βασανίζει, τη ζαλάδα και τον πόνο σε όλο μου το
σώμα απ’ τα συνεχόμενα ξενύχτια και την έλλειψη ύπνου. Μην αναφέρω και τις
φριχτές διαταραχές ύπνου, που άρχισαν και πάλι να με περιτριγυρίζουν. Δεν είχα
μιλήσει ακόμα στη Γ. για το όνειρο που είχα δει στο σπίτι του Χ. και
την αδυναμία μου να αναπνεύσω. Όχι ότι δεν την εμπιστεύομαι, απλά φοβάμαι ακόμα
και να το προφέρω δυνατά. Αυτή η αίσθηση πνιγμού και αυτός ο πανικός αμέσως
μόλις ξυπνάω, κάνει το σώμα μου να τραντάζεται και να τρέμει από φόβο μόλις το
ξαναφέρνω στο νου μου. Έτσι λοιπόν, αδυνατώντας να ανταπεξέλθω σε όλα αυτά,
κατέληξα να ψάχνω παρηγοριά σε ένα τσιγάρο, λίγη μουσική και έναν ζεστό,
προχειροφτιαγμένο καφέ.
Έκανα λίγο πέρα την μωβ-μαύρη κουρτίνα για να ρίξω μια ματιά έξω. Ο ουρανός
είχε ένα σκοτεινό μπλε χρώμα και κυριαρχούσε η απόλυτη ησυχία. Κανένας δεν
κυκλοφορούσε τώρα έξω. Ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο. Ακόμα και τα φυτά ένιωθες ότι
κοιμούνταν. Έχω την εντύπωση, ότι και με κλειστή μπαλκονόπορτα, μπορώ να
εισπνεύσω αυτή τη πρωινή αύρα που αναδύεται στην ατμόσφαιρα νωρίς το πρωί.
Δυνάμωσα ελάχιστα τη μουσική απ’ το ανοιχτό λάπτοπ σε μια προσπάθεια να
ξεφύγω απ’ τη σκέψη των ονείρων που είδα. Ήταν ένα συνονθύλευμα επιθυμιών και
φόβων, ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Την Α. να συνωμοτεί με τον
Χ. και να του λέει να με έχει από κοντά. Τη Γ. να έρχεται να μείνει μαζί
μου στη Μυτιλήνη. Οι φωτογραφίες μας στο δωμάτιο της να κομματιάζονται και να
σκορπίζονται στο πάτωμα. Τα μπλαβιασμένα μάτια της αδερφής μου, μετά το πολύωρο
κλάμα, ενώ εγώ να την παρηγορώ και να της λέω ότι δεν είναι νεκρή. Εμένα να
αγκαλιάζω σφιχτά τη μητέρα μου και να της λέω, να την εκλιπαρώ, να μην μπει σ’ αυτό το καταραμένο αυτοκίνητο. Και στο
τέλος εμένα. Εμένα να μην ξέρω πώς να ζήσω έτσι. Άυπνες νύχτες, εφιάλτες,
ξυπνήματα το απόβραδο, νοσοκομεία. Και εγώ εκεί, εκεί να χάνομαι και να χάνω το μυαλό μου και να
ξεφωνίζω, να ουρλιάζω αλλά κανένας να μην μου απαντάει
γιατί κανείς δεν ακούει.
Βημάτισα αθόρυβα μέχρι την άκρη του κρεβατιού. Κοιμόταν τόσο γαλήνια, τόσο ήρεμα. Τον πλησίασα, σκεπάζοντάς
τον καλύτερα. Η μορφή του μου είναι τόσο μα τόσο οικεία. Αλλά η προσωπικότητά
του, η ψυχή του… μου είναι σχεδόν άγνωστη. Άλλαξε. Ο φίλος μου, ο εραστής μου, ο δικός μου Χ., δεν θα κοιμόταν έτσι γαλήνια, στο ζεστό κρεβάτι, ποτέ. Θα βρισκόταν
στο χαλί, στο πάτωμα, σε μια γωνία του σπιτιού, να κοιμάται σε μια ακαθόριστα,
άβολη στάση. Και έπειτα θα ξυπνούσε, ακόμη ζαλισμένος από χτες, κομμάτια, θα γκρίνιαζε όπως πάντα
ότι το κεφάλι του θα σπάσει –μια γκρίνια που έχει γίνει γλυκιά ρουτίνα– και
έπειτα θα με μάζευε και μένα και θα φτιάχναμε ζεστό καφέ και θα κουρνιάζαμε
κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ανάμεσα σε δεκάδες μαξιλάρια. Θα ζούσε έντονα,
ακροβατώντας μεταξύ βρωμιάς και λύτρωσης, θα του άρεσαν τα ίδια πράγματα με
μένα και θα με καταλάβαινε. Αλλά αυτός που κοιμάται αγέρωχος στο κρεβάτι, δεν
είναι ο φίλος μου, όχι όπως τον θυμάμαι. Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου
αρέσει ο Χ. που είναι τώρα. Είναι πιο ήρεμος, πιο σοβαρός, ξέρει επιτέλους τι
θέλει. Και αυτό είναι ευχάριστο, γιατί έτσι είναι χαρούμενος, κι εγώ θέλω να είναι χαρούμενος. Αλλά η
νοσταλγία, αυτή η γαμημένη νοσταλγία, δεν αφήνει τα αισθήματα να είναι αμοιβαία.
October 17, 2012
“Αν ο άνθρωπος είναι μόνος και η αναγκαιότητα μια ψευδαίσθηση, τότε είναι ελεύθερος”
Την
αγκάλιασα σφιχτά. Πόσος καιρός είχε περάσει? Ούτε που θυμάμαι. Τα φυσικά, μαύρα
μακριά μαλλιά της, τα μεγάλα αθώα καστανά μάτια, το ψηλόλιγνο σώμα της, η
σταρένια επιδερμίδα της. Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Και όχι μόνο εμφανισιακά.
Λες και ήταν το ίδιο παιδί με τότε.
«Έβλεπα
φωτογραφίες μας πριν έρθεις. Αν σε έβλεπα στο δρόμο τώρα δεν θα σε αναγνώριζα».
Σε
αντίθεση μ’ αυτήν έχω αλλάξει ουκ ολίγες φορές. Εμφανισιακά δηλαδή. Για το
μέσα, ποιος νοιάζεται, ποιος νοιάστηκε ποτέ? Κάθε χρόνο και αλλιώς. Λες και
ψάχνω να κατασταλάξω κάπου. Το χειρότερο είναι ότι πριν λίγες μέρες που έκλεισα
τα 17 19, ο απολογισμός της χρονιάς που πέρασε ήταν κλασσικά χειρότερος
απ’ τον προηγούμενο. Ή ήμουν πάντα έτσι? In the ocean you will remain/For a thousand
years you'll be the same. Θλιβερό.
Η Χ.
γέμισε το ποτήρι μου ξανά με κρασί. Της εξηγούσα για δεύτερη φορά ότι παίρνω
αντιβίωση και δεν κάνει να πίνω, ενώ κατέβαζα αποφασιστικά το κρασί.
Αυτοέλεγχος. Η φυσική ομιλητικότητά της δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της και
γρήγορα ξεκίνησε να μιλάει ακατάπαυστα. Από ένα σημείο και μετά αδυνατούσα να
καταλάβω τι έλεγε. Την κοιτούσα αμίλητη, σκεπτόμενη πόσες αναπνοές παίρνει το
λεπτό και σε πόση ώρα θα πιαστεί το σαγόνι της απ’ την τόση κινητικότητα.
«Κι εσύ με
τον άλλον?», ρώτησε κάποια στιγμή.
«Τον
άφησα».
Κόμπιασε.
«Γιατί?».
«Για να δω
αν άξιζε τον κόπο».
Η μητέρα
της βγήκε στο μπαλκόνι να μας ρωτήσει αν χρειαζόμαστε τίποτα. Την κοίταξα
στραβά. Ποτέ δεν την συμπάθησα την κυρία Α. Είναι ο ορισμός της γυναικούλας.
Δεν δουλεύει, δεν έχει κοινωνική ζωή, μεγαλώνει τα παιδιά της, φροντίζει το
σπίτι της και δέχεται την συνεχή κακοποίηση του άντρα της χωρίς παράπονο. Την
σιχαινόμουν. Κάθισε λίγο μαζί μας, επιδεικνύοντας ψεύτικο ενδιαφέρον για το πώς
ήμουν τόσα χρόνια και ποια είναι τα σχέδιά μου για το μέλλον. Η συζήτηση κυλούσε
ήρεμα, μέχρι που άρχισα βαριέμαι, και είχα τη φαεινή ιδέα να καπνίσω ό, τι κλεψιμαίικη
βρωμιά είχε απομείνει μέσα στον καπνό μου εν παρουσία της.
«Ο καπνός σου
μυρίζει περίεργα», σχολίασε κάποια στιγμή, όταν ανακάλυψε ότι η μυρωδιά ερχόταν
από εδώ. Η Χ. με κοίταξε δολοφονικά.
«Είναι αρωματικός
γι αυτό». Χαμογέλασα ειρωνικά, δαγκώνοντας τα χείλη μου. «Τον πήρα πρόσφατα απ’
το Αϊβαλί. Είναι μισή ώρα με το καράβι απ’ τη Μυτιλήνη», συνέχισα.
«Αααα», έκανε
η κυρία Α. και έπνιξα ένα σπαστικό γέλιο που ένιωθα να έρχεται.
Ακολούθησα
την Χ. πίσω στο δωμάτιό της αφού είχε λυσσάξει να φύγουμε απ’ το μπαλκόνι. Με έβαλε
κάτω και άρχισε να με λογοκρίνει που κορόιδευα τη μητέρα της μπροστά της.
«Ακόμα να περάσεις
την εφηβεία σου?».
«Έλα μωρέ χαβαλέ
έκανα».
«Όλα για χαβαλέ
τα κάνεις. Δεν χόρτασες μαλακίες? Αχ, θα μπλέξεις καμιά ώρα και θα καταλήξεις σε
κάνα νοσοκομείο –μην πω χειρότερα».
Χαμογέλασα.
October 9, 2012
Τρώω μία κρέπα
και μετά αρχίζω να πλένω πιάτα.
Ε ναι, το υποσχέθηκα
στη μάνα μου. Τριγυρνάω στο σπίτι όλη μέρα σαν κλαψομούνικο ζόμπι χωρίς να κάνω τίποτα, της το
χρωστάω. Η βαρεμάρα έχει εισχωρήσει στο είναι μου.
Η στοίβα με
τα πιάτα με κοιτάει ειρωνικά. Θέλω απίστευτα να της ανταπαντήσω με μια χειρονομία
αλλά μετά ποιος-έχει-χρόνο-για-ψυχοθεραπευτές. Πάει 12 και ήδη 4 ώρες παλεύω με
την τεμπελιά μου για να σηκωθώ και να κάνω κάτι, οτιδήποτε. Ο προχειροφτιαγμένος
μου καφές θυμίζει πιο πολύ κάτουρο παρά γαλλικό έπειτα από τόσες ώρες.
«Το βάζεις
στα πόδια;», γέλασε πικρόχολα. Δεν άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα, ωστόσο δεν
γύρισα ούτε να τον κοιτάξω. «Φεύγεις μακριά μου, για να πας που;», είπε τονίζοντας την τελευταία
λέξη, μέσα στο μπερδεμένο, σαρκαστικό του γέλιο. «Σ’ αυτούς; Στον Μ. και τον
Μ. που δεν θέλουν ούτε να σε βλέπουν μετά το συμβάν με την Α. ; Στον
Ά. που θέλει να σε πηδήξει; Στη Μ. που καταβάθος σε απεχθάνεται γιατί
ξέρει ότι ο γκόμενός της θέλει εσένα; Ή στον Γ. που του έχεις
γαμήσει την παρέα;», είπε ψυχρά και η αλήθεια που φανέρωναν οι λέξεις του, έδιωχναν
το οξυγόνο απ’ τα πνευμόνια μου, με αποτέλεσμα να επιταχύνω την αναπνοή μου.
Μάζεψα
όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει, για να του ανταπαντήσω. «Δεν είσαι σε
καλύτερη θέση», σιγομουρμούρισα, παλεύοντας για να μην σπάσει η φωνή μου.
Το
σκοτεινό, γοητευτικό του πρόσωπο, παραμορφώθηκε, ενώνοντας τα φρύδια του. «Εγώ;
Όχι, όχι καθόλου, σε καμία περίπτωση δεν είμαι σε καλύτερη θέση. Μόνο που εγώ
πάντα είμαι μόνος!», είπε ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του και χαμογελώντας
πλατιά. «Εγώ δεν χρειάζομαι κανέναν, τη γουστάρω τη μοναξιά. Εσύ όμως είσαι μόνη και δεν το
αντέχεις», συνέχισε. «Ξέρεις ότι είσαι μόνη και ότι κανένας δεν πρόκειται να σε
καταλάβει και γι αυτό ακριβώς βολεύεσαι σε μια παρέα που σου δίνει την
ψευδαίσθηση ότι δεν σε πνίγει η μοναξιά. Αλλά να που το έχασες κι αυτό. Είσαι
μόνη. Είσαι μόνη και δεν είσαι μοναχικό άτομο, Αλεξάνδρα», γέλασε ξανά, ενώ
άρχισε να με πλησιάζει. «Μόνο εγώ μπορώ να σε αντέχω. Εγώ κι εσύ… πάντα μαζί θα
καταλήγουμε», μου ψιθύρισε στο αυτί και ρίγησα νιώθοντας την αναπνοή του.
Έκλεισα τα μάτια μου, αφού είδα το χέρι του να πλησιάζει τον λαιμό μου,
προετοιμάζοντας τον εαυτό μου για την στιγμιαία ηδονή που θα ένιωθα στο άγγιγμά
του.